Home Αρχειακό Υλικό Αρθρογραφία ΕΠΙΦΑΝΕΙΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΙ: ΚΩΣΤΑΣ .Γ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

ΕΠΙΦΑΝΕΙΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΙ: ΚΩΣΤΑΣ .Γ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ


  Ρωτήστε μας για πληροφορίες

Περιγραφή

Γράφει η Παυλίνα Μπεχράκη

-ΕΠΙΦΑΝΕΙΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΙ –
ΚΩΣΤΑΣ .Γ.ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Ό ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ .ο Κορίνθιος Ποιητής, σεριανάει στις κορυφές, της Ελληνικής Σκέψεις, και η προσφορά του είναι μοναδική,΄ετσι που είναι αυτός, που άλλαξε τη μορφή, και το περιεχόμενο, της Νεοελληνικής Ποιητικής Λειτουργείας, και από αυτόν πήραν τη σκυτάλη, οι ΆΞΙΟΙ ΠΟΙΗΤΈΣ ΜΑΣ της γενιάς του 30,που έδωσε στη ανθρωπότητα και στην Ελλάδα μας δύο Νομπελίστες. Τό αφιέρωμα αυτό, είναι μια απειροελάχιστη απόδειξη τιμής στον Ποιητή -Ανθρωπο, και το έργο του του, Θα αφήσουμε τη ζωή του να μιλήσει ,αφού πρώτα του αφιερώσω τον δικό μου λόγο που εμπεριέχεται κι αυτός στην εικονιζόμενη “ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΟΥ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ” αφιερωμένη σ’ αυτόν τον Γίγαντα της Ποίησης.

Ο ΙΣΚΙΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΣΤΑ ΣΚΙΕΡΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΤΟΥ ΠΕΥΚΙΑ

Έχουν περάσει χρόνια απ’ το φευγιό του Ποιητή ,
όμως ο ίσκιος του συχνά, θλιμμένος τριγυρνάει,
στα σκιερά τα μονοπάτια του Πευκιά, που τόσο
αγαπούσε, μικρό παιδάκι ευτυχισμένο, τραγουδούσε,
και ζωγράφιζε πουλιά. Έρχεται αλαφροπτώντας
από μιά άλλη μακρινή δυστυχισμένη ακρογιαλιά,
όπου άφησε τα ρούχα του, το άψυχο κορμίτου
και τη στερνή γραφή του. Νοσταλγικά το Πέλαγος
κοιτάζει, και ονειρεύεται πως ταξιδεύει με τη μεγάλη
αγαπημένη τη Μαρία, π’ όταν την είχε την αρνήθηκε,
Θέλει έστω για λίγο η θλίψη του να γιατρευτεί,
σαν της φωνάξει σ’ αγαπώ, σ’ άναζητώ, στης
νιότης μας τον τόπο να σε δώ, τά λάθη να διορθώσω.
Μά η Νέμεσις δεν συγχωρεί αυτούς που αγαπήθηκαν
πολύ, και δεν αποκριθήκαν στά ιερά καλέσματα.
Στά ξαφνικά, έτσι συμβαίνει κάθε πού έρχεται εδώ,
στή Πατρική αγαπημένη γη του Ποιητή ο ίσκιος,
αναθυμάται, εκείνα τα φρικτά πουλιά, που σχίζαν
τον αγάρα, και κρύβανε τον ήλιο, στη μακρινή
δυστυχισμένη ακρογιαλιά που που άσησε τα ρούχα του
το άψυχο κορμί του και τη στερνή γραφή του, και φεύγει, φεύγει…

[Παυλίνα Μπεχράκη]

Ο ΠΗΓΑΙΜΟΣ ΤΟΥ

ΠΟΗΤΗΣ και πεζογράφος, ίσως η σημαντικότερη λογοτεχνική φωνή, που ανέδειξε η γενιά του ’20 και από τους πρώτους, που εισήγαγαν στοιχεία του μοντερνισμού στην ελληνική ποίηση. Επηρέασε πολλούς από τους κατοπινούς ποιητές (Σεφέρης, Ρίτσος, Βρεττάκος) και με την αυτοκτονία του δημιούργησε φιλολογική μόδα, τον Καρυωτακισμό, που πλημμύρισε τη νεοελληνική ποίηση.

ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ στην Τρίπολη στις 30 Οκτωβρίου 1896 και ήταν γιoς του νομομηχανικού Γεωργίου Καρυωτάκη από τη Συκιά Κορινθίας και της Κατήγκως Σκάγιαννη από την Τρίπολη. Ήταν ο δευτερότοκος της οικογένειας. Είχε μία αδελφή ένα χρόνο μεγαλύτερή του, τη Νίτσα, και έναν αδελφό μικρότερο, το Θάνο, που γεννήθηκε το 1899 και σταδιοδρόμησε ως τραπεζικός υπάλληλος. Λόγω της εργασίας τού πατέρα του, η οικογένειά του αναγκαζόταν να αλλάζει συχνά τόπο διαμονής. Έζησαν στη Λευκάδα, την Πάτρα, τη Λάρισα, την Καλαμάτα, το Αργοστόλι, την Αθήνα (1909-1911) και τα Χανιά, όπου έμειναν ως το 1913. Από τα εφηβικά του χρόνια δημοσίευε ποιήματά του σε παιδικά περιοδικά, ενώ το όνομά του αναφέρεται και σε διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού «Διάπλαση των Παίδων». Σε ηλικία 17 ετών ερωτεύεται την χανιώτισσα Άννα Σκορδύλη, μια σχέση που θα τον σημαδέψει.

ΤΟ 1917 αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών με λίαν καλώς. Στην αρχή επιχείρησε να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου, ωστόσο η έλλειψη πελατείας τον ώθησε στην αναζήτηση θέσης δημοσίου υπαλλήλου. Διορίστηκε στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης, ενώ μετά την οριστική απαλλαγή του από τον Ελληνικό Στρατό για λόγους υγείας, τοποθετήθηκε σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων οι νομαρχίες Σύρου, Άρτας και Αθήνας. Απεχθανόταν τη δουλειά του και δεν ανεχόταν την κρατική γραφειοκρατία, εξού και οι πολλές μεταθέσεις του.

Η ΠΡΩΤΗ ποιητική συλλογή του «Ο Πόνος των Ανθρώπων και των Πραγμάτων», δημοσιεύτηκε το Φεβρουάριο του 1919 και δεν έλαβε ιδιαίτερα θετικές κριτικές. Τον ίδιο χρόνο εξέδωσε το σατιρικό περιοδικό «Η Γάμπα», η κυκλοφορία του οποίου όμως απαγορεύτηκε έπειτα από έξι τεύχη κυκλοφορίας. Η δεύτερη συλλογή του, υπό τον τίτλο «Νηπενθή», εκδόθηκε το 1921. Την ίδια περίοδο συνδέθηκε με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, συνάδελφό του στη Νομαρχία Αττικής, παρόλο που δεν είχε ξεχάσει την πρώτη αγάπη, την Άννα Σκοδρύλη, η οποία στο μεταξύ είχε παντρευτεί. Η Πολυδούρη τόν ερωτεύτηκε με όλη τη δύναμη της ψυχής της και έμελλε να περάσει στην αθανασία, χειροπιασμένη με τον Ποιητή. Του προτείνει να παντρευτούν, αλλά αυτός αρνήθηκε, για δικούς του σοβαρούς λόγους, ανυπέρβλητους. Ήταν δυο εντελώς διαφορετικοί άνθρωποι. Ή Ποιήτρια, ήταν όμορφη, έξυπνη, τρομερά ζωηρή, ανυπόταχτη, και πάντα κεφάτη, ρούφαγε στάλα ,στάλα τη ζωή να τη χορτάσει. Ή Φύση ολόκληρη γελούσε, σαν τη κοιτούσε. Γλέντι ολόκληρη η μικρή της ζωή. Δέν κουραζόταν ποτέ. Χαιρόταν τη ζωή της άρεσε ο χορός, και δεν άφηνε ευκαιρία, να χορεύει, ώρες ολόκληρες. Ίσως αυτός ήταν ο λόγος που την ερωτεύτηκε, με τον δικό του τρόπο, αφού ποτέ δεν ολοκλήρωσαν τη σχέση τους. Τό τέλος και των δύο Ποιητών ήταν τραγικό. Αντιπαλεύονταν μέχρι το τέλος, ποιός θα πληγώσει πρώτος, με τον παντοτινό χαμό τον άλλον. Τήν πρόλαβε ο Ποιητής. Είχε βοηθήσει η ίδια, όταν τον κατηγόρησε και τον έδιωξε, όταν πήγε να τη δεί στη “ΣΩΤΗΡΙΑ” ΚΑΊ ΤΗΣ ΖΉΤΗΣΕ ΣΥΓΝΏΜΗ θεωρώντας τον εαυτό του υπεύθυνο, κατά πως φαίνεται, για τη φοβερή κατάσταση που την είδε, όταν βρισκόταν η αγαπημένη του στην αγκαλιά του θανάτου.

ΚΛΕΙΝΟΝΤΑΣ αυτή τη ν αισθηματική παρένθεση, θα συνεχίσουμε το ταξίδι μαζί του ως το τέλος του πηγαιμού του. Γιά να εξασφαλίσει τη παραμονή του στην Αθήνα παραιτήθηκε από την Νομαρχία, και διορίστηκε στο Υπουργείο Πρόνοιας. Ταξίδεψε στο εξωτερικό και επισκέφθηκε την Ιταλία και τη Γερμανία. Το Δεκέμβριο του 1927 εκδόθηκε η τελευταία ποιητική συλλογή του, με τίτλο «Ελεγεία και Σάτιρες».

ΤΟΝ Φεβρουαρίου του 1928 αποσπάστηκε στην Πάτρα και λίγο αργότερα στην Πρέβεζα. Η αλληλογραφία του με συγγενείς του την περίοδο αυτή αναδεικνύει την απόγνωση του Καρυωτάκη για την επαρχιακή ζωή και τη μικρότητα της τοπικής κοινωνίας. Στις 20 Ιουλίου πήγε στο Μονολίθι και αποπειράθηκε επί δέκα ώρες να αυτοκτονήσει, προσπαθώντας μάταια να πνιγεί. Την επόμενη μέρα (21 Ιουλίου) αγόρασε ένα περίστροφο κι επισκέφτηκε ένα καφενείο της Πρέβεζας. Αφού πέρασε λίγες ώρες μόνος του καπνίζοντας, πήγε σε μια παρακείμενη παραλία, τον Άγιο Σπυρίδωνα και έθεσε τέλος στη ζωή του κάτω από έναν ευκάλυπτο. Στην τσέπη του η αστυνομία βρήκε ένα σημείωμα, που εξηγούσε τους λόγους της αυτοκτονίας του:

“Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία, όμως, πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι’ αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.
[Υ.Γ.] Και για ν’ αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε, επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ορισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου”.

Ο ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ είναι Σπουδαίος Ποιητής.
Εκτός από το Ποιητικό του έργο, έγραψε επίσης πεζά, ενώ μας άφησε και μεταφράσεις ξένων λογοτεχνών. Ή Ποίησή του δεν έχει ίχνος φιλολογίας, αισθηματισμού και φιλαρέσκειας. Αποπνέει την αίσθηση του μάταιου, του χαμένου, η στάση του είναι αντιηρωική. Γεννήθηκε έζησε και πέθανε σαν βάρδος, της Ελληνικής Πνευματικής οντότητας .Αξιώθηκε να φύγει νικητής, έτσι που έζησε μέσ΄ στην αλήθεια. Έζησε, όπως ακριβώς έγραφε.

Είναι ένα ολοκληρωμένο μοναδικό, πνευματικό ανάστημα, αληθινό, χωρίς τίποτα κάλπικο, τίποτα προσποιητό. Άκόμα και με τον θάνατό του, απέδειξε, τη τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, της δικής του πρώτιστα, αλλά και των συγκαιρινών του, εκείνα τα φοβερά χρόνια μετά τον Α’ ΠΑΓΚΌΣΜΙΟ ΠΌΛΕΜΟ.

[Παυλίνα Μπεχράκη]

Εικαστικός, Συγγραφέας, Ποιήτρια

Πηγή

Παυλίνα Μπεχράκη

Σχόλια

Δεν υπάρχει κανένα σχόλιο ακόμη.

Δώστε πρώτος ένα σχόλιο “ΕΠΙΦΑΝΕΙΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΙ: ΚΩΣΤΑΣ .Γ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ”
No more offers for this product!

General Enquiries

There are no enquiries yet.

Font Resize
Contrast