Τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να διαμορφώνεται μια τάση η οποία υποστηρίζει με πάθος ότι ο Ελληνισμός και ο Χριστιανισμός είναι δύο εντελώς αντίθετες έννοιες – κοσμοθεωρίες. Φθάνουν μάλιστα στο σημείο να ισχυρίζονται ότι ο Χριστιανισμός κατέστρεψε τον Ελληνισμό. Είναι όμως ορθή από ιστορικοεπιστημονική σκοπιά αυτή η πεποίθηση – θεώρηση??? Θα δούμε στη συνέχεια πώς κάτι τέτοιο δεν ισχύει, τουλάχιστον στο μέγεθος και τον βαθμό που το παρουσιάζουν.

Κατά τον Έλληνα πατέρα της Ιστορίας Ηρόδοτο, ο Ελληνισμός αποτελεί στη κύρια έκφρασή του ένα γεγονός καθαρά πολιτιστικό. Ειδικότερα, ο Ηρόδοτος αναφέρει τα εξής τέσσερα στοιχεία που στοιχειοθετούν την ενότητα των Ελλήνων: (α). το αίμα  (η κοινή καταγωγή δηλαδή), (β). η γλώσσα, (γ). η θρησκεία και (δ). τα ήθη. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι κατά τη χρονική περίοδο από τον 3ο αιώνα π.Χ μέχρι τον 4ο αιώνα μ.Χ με την έννοια «Ελληνισμός» δεν προσδιοριζόταν κάποια συγκεκριμένη φυλή, αλλά συνολικά η παιδεία και ο πολιτισμός όλων σχεδόν ανεξαιρέτως των λαών της Μεσογείου.

Την περίοδο αυτή ο Ελληνισμός ήταν ένας τρόπος ζωής, μια ιδέα πολιτισμού, ο οποίος στην πορεία άρχισε να αποκτά μια καθαρά εθνική, φυλετική και γεωγραφική έννοια. Από την άλλη πλευρά, ο Χριστιανισμός κινείται μακριά από τον εθνοφυλετισμό, υπερβαίνοντας τις όποιες διακρίσεις. Ο Απόστολος Παύλος άλλωστε είχε πεί και το περίφημο «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ».

Σε αντίθεση με τον Ελληνισμό, ο Χριστιανισμός είναι μια θρησκεία που δημιουργήθηκε εξ αποκαλύψεως. Ανήκει στις λεγόμενες «θρησκείες του βιβλίου», διότι έχει θεόπνευστες γραφές οι οποίες αποκαλύπτουν το αληθινό νόημα του κόσμου, την προέλευση και τον προορισμό του ανθρώπου (δημιουργία του ανθρώπου κατ’ εικόνα του Θεού, ανοδική πορεία προς το καθ’ ομοίωση δηλαδή τη θέωση). Είναι και αυτός μια κοσμοθεωρία με τη βασική όμως διαφορά ότι έχει επίκεντρό του τον ένα και μοναδικό Θεό (μονοθεϊσμός) που δημιουργεί τον κόσμο και με αυτό τον τρόπο τον υπερβαίνει. Ο Χριστιανισμός προσφέρει λύση σε πολλά υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου και υπόσχεται τη λύτρωση από τα δεσμά της φθοράς και του θανάτου.

Είναι γεγονός πάντως αδιαμφισβήτητο ότι ο Ελληνισμός και ο Χριστιανισμός αντιμετώπισαν πολλά προβλήματα και δυσκολίες κατά τη συνάντησή τους μέχρι την τελική τους συμπόρευση – συνύπαρξη. Εξαρχής ήταν δύσκολη η προσέγγισή τους, διότι υπήρχαν αρκετά στοιχεία τόσο στην κοσμοθεώρηση του Ελληνισμού όσο και σε αυτήν του Χριστιανισμού που δημιουργούσαν αντίθεση μεταξύ τους. Ειδικότερα, το πρώτο από αυτά τα στοιχεία της αντίθεσης είναι ότι ο μεν Ελληνισμός με τον πολυθεϊσμό που τον διακρίνει, δίνει έμφαση και αξία στον παρόντα κόσμο. Ο δε Χριστιανισμός, ως μια αυστηρά μονοθεϊστική θρησκεία, διδάσκει περισσότερο την αξία της μετά το θάνατο ζωής, δηλαδή την ανάσταση των νεκρών κατά την Δευτέρα παρουσία του Κυρίου, χωρίς ωστόσο να περιφρονεί την παρούσα ζωή και την σημασία της.

Ένα άλλο βασικό στοιχείο αντίθεσης των δύο αυτών κοσμοθεωριών είναι περί της δημιουργίας του κόσμου. Στον Ελληνισμό η κοσμογονία και η θεογονία ταυτίζονται. Επιπλέον, οι ίδιοι οι θεοί ζουν και κινούνται μέσα στον κόσμο, τον οποίο δημιούργησαν με τη θέλησή τους από προϋπάρχουσα ύλη. Από την άλλη πλευρά, στον Χριστιανισμό ο Θεός είναι έξω από τον κόσμο και πάνω από τους νόμους του. Ο κόσμος δημιουργήθηκε εξαιτίας της αγάπης του Θεού και «εκ του μη όντος».

Η συνάντηση Ελληνισμού – Χριστιανισμού

Η συνάντηση – συμπόρευση αυτή χαρακτηρίζεται ως ένα γεγονός με τεράστια ιστορική σημασία και αξία για την ίδια την πορεία της ανθρωπότητας και του πολιτισμού γενικότερα. Οι δύο αυτές κοσμοθεωρίες μπορεί βέβαια να είχαν αρκετές αποκλίσεις μεταξύ τους, απέκτησαν όμως η μία από την άλλη πολύτιμες αλληλεπιδράσεις και οφέλη. Από τη συνάντηση όμως αυτή προέκυψαν και δύο βασικές μεταμορφώσεις: ο εκχριστιανισμός του Ελληνισμού και ο εξελληνισμός του Χριστιανισμού, οι οποίες με τη σειρά τους οδήγησαν στη γέννηση ενός νέου κόσμου. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο δημιουργήθηκε ο ελληνοβυζαντινός πολιτισμός, ο οποίος αποτελεί τη συνέχεια της αρχαίας Ελλάδας και το θεμέλιο της νεότερης.

Όταν λέμε «εκχριστιανισμό του Ελληνισμού», εννοούμε τον εκχριστιανισμό ανθρώπων που είχαν λάβει ελληνική παιδεία και μόρφωση (βλέπε την περίπτωση των Αγίων Τριών Ιεραρχών). Οι Έλληνες, δηλαδή όσοι κατείχαν την ελληνική παιδεία, ήταν φορείς του ελληνικού πολιτισμού. Είχαν γνωρίσει τη σωτηρία και τη λύτρωση που προσφέρει σε προσωπικό επίπεδο ο Χριστιανισμός από τη φθορά και το θάνατο. Επομένως, είχαν τις προϋποθέσεις να συμβάλλουν στη διάδοση των μηνυμάτων του χριστιανικού κηρύγματος. Ο εκχριστιανισμός του Ελληνισμού είχε ως φυσικό επακόλουθο τον εξελληνισμό του Χριστιανισμού. Σε αυτό συνέβαλε καταλυτικά και καθοριστικά η χρήση της ελληνικής παιδείας και φιλοσοφίας από τον Χριστιανισμό.

            Βασικές επιδράσεις και επιρροές του Ελληνισμού πρός τον Χριστιανισμό

(α). Η ελληνική γλώσσα. Την εποχή της γέννησης του Χριστιανισμού η ελληνική γλώσσα ήταν μια οικουμενική – διεθνής γλώσσα, όπως είναι σήμερα τα αγγλικά. Χρησιμοποιήθηκε από τον Χριστιανισμό διότι ήταν η καλύτερη και πληρέστερη γλώσσα στην οποία μπορούσαν να εκφραστούν και να διατυπωθούν τα χριστιανικά δόγματα. Στην ελληνική γλώσσα γράφτηκαν η Καινή Διαθήκη, η πατερική θεολογία – πατρολογία, τα δόγματα, το Σύμβολο της Πίστεως, οι αποφάσεις των Αγίων Οικουμενικών Συνόδων, τα κείμενα της λατρείας. Ο Χριστιανισμός συνέχισε να χρησιμοποιεί την ελληνική γλώσσα, ακόμα και όταν αυτή έγινε πάλι εθνική γλώσσα. Η επιλογή αυτή του Χριστιανισμού ως πρός τη χρήση της γλώσσας δείχνει και την περιφρόνησή του απέναντι στα λατινικά.

(β). Η ελληνική φιλοσοφία. Χρησιμοποιήθηκε από την Εκκλησία για να εκφραστεί η χριστιανική πίστη και τα δόγματα αυτής,όπως η υπόσταση, η ουσία, η ενέργεια, η ψυχή κ.α. Μπορούμε να πούμε ότι τα ερωτήματα που έθετε η φιλοσοφία και οι αναζητήσεις που προκαλούσε ήταν αυτά που έφεραν κοντά τον Χριστιανισμό και τον Ελληνισμό.

(γ). Η ελληνική παιδεία. Οι πρώτοι Χριστιανοί ήταν μορφωμένοι Εθνικοί, οι οποίοι σπούδασαν την ελληνική παιδεία, μελέτησαν τα αρχαία συγγράμματα και γαλουχήθηκαν μέσα στον ελληνικό πολιτισμό. Συνέβαλαν τα μέγιστα στην εξέλιξη του Χριστιανισμού με τη διατύπωση των δογμάτων, των κανόνων και της θεολογίας.

(δ). Οι ηθικές και ανθρωπιστικές αξίες του Ελληνισμού, όπως ο καλός και αγαθός πολίτης, η δικαιοσύνη, ο σεβασμός, η ελευθερία, η δημοκρατία κ.α. Αυτές οι αξίες επέδρασαν στον Χριστιανισμό με την ανάπτυξη νέων, όπως η αγάπη, η πίστη, η αλήθεια κ.α.

(ε). Οι καλές τέχνες. Από την ζωγραφική ο Χριστιανισμός πήρε τις εικόνες και τα ψηφιδωτά. Από την αρχιτεκτονική έλαβε το κτίσιμο των ναών, ενώ από την μουσική και το λόγο πήρε την υμνογραφία και τα κηρύγματα.

(στ). Ανάπτυξη κοινωνικής ζωής – έθιμα. Ο Ελληνισμός είχε διάφορα έθιμα που σχετίζονταν με την ονοματοδοσία, το γάμο, το θάνατο κ.α. Ο Χριστιανισμός τα πήρε αυτούσια προσδίδοντάς τους όμως ένα νέο νόημα, διαφορετικό από αυτό που είχαν αρχικά. Αυτά τα υπάρχοντα ελληνικά προχριστιανικά έθιμα έπαψαν πλέον να αφορούν αρχαίους Θεούς και αφορούσαν Χριστιανούς αγίους. Επομένως, ο Χριστιανισμός ούτε κατάργησε τα ελληνικά έθιμα ούτε όμως έφερε εβραϊκά.

            Βασικές επιδράσεις και επιρροές του Χριστιανισμού στον Ελληνισμό

Για τον Ελληνισμό ο Θεός ήταν απρόσωπος και ξένος, οι άνθρωποι ήταν υποταγμένοι στη μοίρα, ενώ η ζωή και η ιστορία ήταν ένας κύκλος. Με την εμφάνιση όμως και τη διάδοση του Χριστιανισμού στα πέρατα της οικουμένης η τότε ελληνική κοινωνία που παρουσίαζε ήδη έντονα σημεία παρακμής, ανανεώνεται. Εισάγονται σε αυτήν οι χριστιανικές αρχές της αγάπης, της καλοσύνης, της ισότητας, της αλληλεγγύης.

Για τον Χριστιανισμό ο Θεός έχει προσωπικό και δυναμικό χαρακτήρα. Μπαίνει στην ιστορία, σαρκώνεται, πάσχει, ανασταίνεται, σώζει και γίνεται ένα με τον άνθρωπο του οποίου είναι φίλος. Ο ίδιος ο άνθρωπος έχει το αυτεξούσιον, στα πλαίσια του οποίου είναι ελεύθερος να καθορίσει τη ζωή του και τη σχέση του με τον Δημιουργό Θεό. Από την άλλη πλευρά, η Ιστορία έχει αρχή και τέλος, τίποτε δεν ξανασυμβαίνει και ο κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός και ανεπανάληπτος.

            Οι Πατέρες της Εκκλησίας

Στην πλειοψηφία τους οι Πατέρες της Εκκλησίας ήταν Έλληνες, οι οποίοι δεν απαρνήθηκαν ποτέ την ελληνική τους ταυτότητα. Ως φορείς που ήταν της ελληνικής παιδείας, χρησιμοποίησαν την ελληνική γλώσσα και τη φιλοσοφία για να εκφράσουν την χριστιανική διδασκαλία και πίστη, αλλά παράλληλα και για να αποκρούσουν τις διάφορες αιρετικές θεωρίες που αναφύονταν κατά καιρούς στους κόλπους της Εκκλησίας. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ανάμεσα στους Χριστιανούς των πρώτων χρόνων στην Ελλάδα υπήρχαν και φιλόσοφοι,όπως ο αγ. Ιουστίνος, ο αγ. Αριστείδης, ο αγ. Αθηναγόρας, ο στωϊκός Πάνταινος, οι άγιοι Τρείς Ιεράρχες Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, Μέγας Βασίλειος κ.α. Αυτοί οι πρώτοι Έλληνες Χριστιανοί είναι που συνέδεσαν πλήρως την Ελληνική φιλοσοφία με τον Χριστιανισμό.

            Περί της καταστροφής των αρχαίων ελληνικών ναών και συγγραμμάτων ή των σφαγών που έγιναν

Δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς ότι κατά την πορεία της επικράτησης του Χριστιανισμού ως επίσημης κρατικής θρησκείας υπήρξαν περιπτώσεις ανεξέλεγκτου φανατισμού – εκδικητικής συμπεριφοράς των Χριστιανών εις βάρος του Εθνικού κόσμου. Υπήρξαν ακόμα και αποφάσεις αυτοκρατόρων ιδιαίτερα αυστηρές, όπως είναι η περίπτωση του Θεοδοσίου Β΄ ο οποίος με νόμο – διάταγμα διέταξε την καταστροφή ναών και ιερών της αρχαίας ελληνικής και πατρώας θρησκείας. Δεν θα πρέπει όμως να ξεχνάμε, χωρίς βεβαίως  αυτό να αποτελεί δικαιολογία ή να λειτουργεί ως άλλοθι, ότι οι Χριστιανοί υπήρξαν επί αιώνες καταδιωκόμενοι (βλέπε διωγμούς Ρωμαίων αυτοκρατόρων Δεκίου, Νέρωνος, Διοκλητιανού) μέχρι την επίσημη κήρυξη της ανεξιθρησκείας και την υπογραφή του Διατάγματος των Μεδιολάνων από τον αυτοκράτορα Μέγα Κωνσταντίνο. Κάπου εκεί αρχίζει χρονολογικά να επικρατεί και ο Χριστιανισμός.

Είναι γεγονός ότι ο Χριστιανισμός δεν επικράτησε με τη βία, αν και υπήρξαν κάποια λίγα και μεμονωμένα γεγονότα, τα περισσότερα εκ των οποίων έχουν διαστρεβλωθεί, όπως η Σκυθόπολη, η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, η Υπατία, η Ακαδημία κ.α. Ακόμα και η σοβαρή κατηγορία περί δήθεν καταστροφής των αρχαίων ελληνικών χειρογράφων από Χριστιανούς φαίνεται να μην ευσταθεί. Τα μοναδικά χειρόγραφα που έκαψαν οι βυζαντινοί αυτοκράτορες ήταν αυτά των αιρετικών Εικονομάχων και των Βογομίλων. Σε καμία περίπτωση δεν έκαψαν κείμενα κλασσικών Ελλήνων συγγραφέων, π.χ. έχουν διασωθεί όλες οι επιστολές και τα βιβλία του βυζαντινού αυτοκράτορα Ιουλιανού του Παραβάτη. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε και τον Μέγα Βασίλειο που προέτρεπε τους Χριστιανούς να διαβάζουν και όσα ήταν αντίθετα προς το Χριστιανισμό. Σε αντίθεση με τον Πλάτωνα που απέρριπτε τον Όμηρο, ο Μέγας Βασίλειος αποκαλούσε «αρετής έπαινο» τα Ομηρικά έπη.

Ο ίδιος ο βυζαντινός αυτοκράτορας Ιουλιανός ο Παραβάτης που προσπάθησε να αναβιώσει δήθεν το αρχαίο ελληνικό πνεύμα και την αρχαία ελληνική θρησκεία, σε επιστολές του που έχουν διασωθεί χαιρόταν για την εξαφάνιση των συγγραμμάτων των Ελλήνων φιλοσόφων με τους οποίους βεβαίως και διαφωνούσε. Σε άλλες πάλι επιστολές του αποκαλούσε τον Θεό των Ραββίνων «Μέγα» και «Παντοδύναμο»!!! Ο Ιουλιανός ήταν υποστηρικτής της περσοχαλδαϊκής θρησκείας και όχι της αρχαιοελληνικής, ενώ παράλληλα υπήρξε και αμείλικτος διώκτης του θεάτρου. Στο ρητό που του αποδίδεται «ανέγνων, έγνων, κατέγνων» οι Χριστιανοί απάντησαν με το «ανέγνως, αλλ’ ουκ έγνως ει γάρ έγνως, ουκ αν κατέγνως».

Θα πρέπει να αναφερθεί όμως προς πληρέστερη κατανόηση του ιστορικού πλαισίου ότι κατά τον 4ο μ.Χ αιώνα οι θρησκείες των Ελλήνων ήταν ο Χριστιανισμός και ο Μιθραϊσμός – θεουργία. Ο Χριστιανισμός υπήρξε ορθολογικότερος και ελληνικότερος, ενώ στον Μιθραϊσμό η θεουργία των Νεοπλατωνικών ήταν σκέτη μαγεία, αστρολογία και αντιεπιστημονικό παραλήρημα. Ο Μιθραϊσμός ήταν ένα προϊόν των Περσών, που υπήρξε ένας λαός κατεξοχήν αντίπαλος των Ελλήνων. Επομένως, η όποια σύγκρουση υπήρξε ή συνέβη ήταν μεταξύ Χριστιανισμού και πολυθεϊσμού γενικά, και όχι μεταξύ Χριστιανισμού και Ελληνισμού.

Από πότε όμως ξεκίνησε η καταστροφή των αρχαίων ελληνικών ναών ή μήπως τελικά πολλοί εξ αυτών ήταν ήδη κατεστραμμένοι ή εγκαταλελειμένοι?

Η ιστορική αλήθεια είναι ότι όσοι αρχαίοι ελληνικοί ναοί διασώζονται σήμερα το οφείλουν στο ότι χρησιμοποιήθηκαν από τους Χριστιανούς. Εάν δηλαδή σήμερα υπάρχει ο Παρθενώνας, ο ναός του Ηφαίστου, το Ερέχθειο, όπως και δεκάδες άλλοι ναοί εντός αλλά και εκτός Ελλαδικού χώρου, οφείλεται στο γεγονός ότι είχαν μετατραπεί σε χριστιανικούς ναούς. Επιπλέον, πολλά είναι και τα αρχαία αριστουργήματα τέχνης όπως αγάλματα κ.α. που διασώθηκαν χάρη στη μεταφορά τους για τη διακόσμηση της Κωνσταντινούπολης.

Ο συγγραφέας Ιωάννης Τσέντος γράφει χαρακτηριστικά ότι: «Οι Βυζαντινοί φύλασσαν όλους αυτούς τους θησαυρούς ευλαβικά, και τους θεωρούσαν στολίδι της πρωτεύουσάς τους, πράγμα που αποδεικνύει πρώτον μεν ότι δεν έτρεφαν αυτό το υποτιθέμενο μίσος πρός ό,τι το αρχαίο, αλλά θεωρούσαν αυτά τα αγάλματα μέρος της πολιτιστικής τους κληρονομιάς, και δεύτερον ότι είχαν την αισθητική που τους επέτρεπε να εκτιμήσουν την ομορφιά και την αξία τους…δεν θα ήταν υπερβολή να πεί κανείς πώς όποιο μνημείο του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού σώζεται σήμερα στην Ελλάδα, οφείλει τη σωτηρία του στην προστατευτική ασπίδα του Βυζαντίου».

Επομένως δεν μπορούν κάποιοι σήμερα να κατηγορούν επιπόλαια τον Χριστιανισμό ότι δήθεν ευθύνεται για τα σημερινά ερείπια των αρχαίων ελληνικών ναών. Εάν αυτό ισχύει, που δεν ισχύει σε καμία περίπτωση, τότε πώς μπορεί να εξηγηθεί το γεγονός ότι σήμερα υπάρχουν αναρίθμητοι ερειπωμένοι ή εξαφανισμένοι Χριστιανικοί ναοί??? Πιό συγκεκριμένα, κατά τη χρονική περίοδο από τα μέσα του 4ου αιώνα έως και τον 6ο μ.Χ αιώνα υπήρχαν μόνο στην Αθήνα και τα περίχωρα είκοσι δύο καταγεγραμμένες χριστιανικές βασιλικές. Σήμερα οι περισσότερες από αυτές είναι γνωστές μονάχα από τα ερείπιά τους, όπως της Αγ. Τριάδος (δυτικά του Παρθενώνα), του Ασκληπιείου (νότια του βράχου της Ακρόπολης), του Αγ. Διονυσίου του Αρεοπαγίτη (δυτικά της Ακρόπολης), του Ιλισσού (ανατολικά των στηλών του Ολυμπίου Διός), του Ολυμπιείου (βόρεια των στηλών του Ολυμπίου Διός), της Παναγίας της Πέτρας (στον Ιλισσό) κ.α.

Οι παλαιοχριστιανικές αυτές βασιλικές όπως και οι περισσότεροι αρχαίοι ελληνικοί ναοί ερημώθηκαν λόγω κυρίως του χρόνου, της φθοράς, των σεισμών και θεομηνιών, των διαφόρων κατακτητών, των πολεμικών συγκρούσεων, των λεηλασιών και των πυρκαγιών. Υπήρχαν ωστόσο και κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις βίαιης συμπεριφοράς και φανατισμού από την πλευρά των Χριστιανών, όπου καταπιεσμένοι Χριστιανοί κατέστρεψαν αρχαίους ναούς και αγάλματα. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι υπήρχε ένα γενικότερο σχέδιο επικράτησης του Χριστιανισμού εις βάρος της αρχαίας ελληνικής θρησκείας και των ιερών της. Αντίθετα, υπήρξε μια συνεχής και σταθερή φθορά – παρακμή της αρχαίας ελληνικής θρησκείας.

Επί τούτου, πρώτος ο Έλληνας γεωγράφος των αρχαίων χρόνων ο Στράβων (63 π.Χ – 23 μ.Χ) στο σπουδαίο έργο του «Γεωγραφικά» (ολοκληρώθηκε το έτος 7 π.Χ περίπου) μας πληροφορεί ότι: «Το μαντείο της Δωδώνης είχε σταματήσει να λειτουργεί πριν πολλά χρόνια και επί των ημερών του ήταν ερείπια. Την ίδια εικόνα παρουσιάζαν και τα υπόλοιπα μαντεία που υπήρχαν διάσπαρτα στον Ελλαδικό χώρο».

Ο συγγραφέας Ιωάννης Τσέντος προσθέτει: «είναι εντελώς σαφές ότι κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενον να υπήρξαν εκείνη την εποχή και κάποιες εκδηλώσεις φανατισμού. Ο ισχυρισμός όμως ότι οι Χριστιανοί και το Βυζάντιο προέβησαν φερ’ ειπείν σε συστηματική καταστροφή των αρχαίων αγαλμάτων, αποτελεί ασύστολο ψεύδος». Για το  θέμα της καταστροφής των αρχαίων ελληνικών ναών στην Ελλάδα ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Χριστόδουλος Παρασκευαϊδης έγραφε: «Οπωσδήποτε, οι καταστροφές των ειδωλολατρικών ναών στην Ελλάδα δεν οφείλονταν σε θρησκευτικές συγκρούσεις. Η Ελλάδα είχε σε πολύ μεγάλο βαθμό ρημάξει και καταστραφεί, πριν την αναγνώριση του Χριστιανισμού ως θρησκείας, όταν ακόμη οι Χριστιανοί ήσαν θύματα μεγάλων διωγμών ή και δεν είχαν καν εμφανισθεί στην ιστορία. Ήδη στην ελληνιστική εποχή, δεν είναι λίγες οι πόλεις που είχαν μετατραπεί σε μικρή ομάδα χαμόσπιτων, με σπασμένα αγάλματα και ερειπωμένους ναούς».

Ο καθηγητής Β. Μπακούρος σημειώνει τα εξής σημαντικά: «Όπως αποδεικνύει η έγκυρη επιστημονική έρευνα με βάση αρχαιολογικά ευρήματα (…) τα περισσότερα ειδωλολατρικά ιερά ή ναοί δεν καταστράφηκαν ούτε μετασκευάστηκαν σε χριστιανικά τεμένη, απλώς εγκαταλείφθηκαν» (βλέπε Ν. Παπαχατζή, Η θρησκεία στην αρχαία Ελλάδα, εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1996).Ο ομότιμος Καθηγητής Θεολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών και συγγραφέας π. Γ. Μεταλληνός υπογραμμίζει ότι: «Τις παρατηρούμενες καταστροφές αποδίδουν οι αρχαιολόγοι στους σεισμούς, τις βαρβαρικές επιδρομές (4ος – 6ος αιώνας) και την εγκατάλειψη. Τα αρχαία μνημεία των Αθηνών και των Δελφών έμειναν απείραχτα από τους Χριστιανούς. Η μετατροπή τους σε χριστιανικές εκκλησίες δείχνει περίτρανα τη συνείδηση της ιστορικής συνέχειας. Όσο και αν αυτό δεν ικανοποιεί τους σημερινούς αρχαιολάτρες».

Ο αρχαιολόγος Άγγελος Χωρέμης σε επιστολή του προς τον προαναφερόμενο καθηγητή π. Γ. Μεταλληνό γράφει σχετικά: «Αυτό που πράγματι έγινε είναι καταστροφές και ακρότητες σε τοπικό επίπεδο, από φανατικούς εκκλησιαστικούς και πολιτικούς παράγοντες, κυρίως εναντίον αγαλμάτων αρχαίων θεοτήτων με συνηθέστερο το φαινόμενο της ρινοκοπής (κόψιμο της μύτης) και καταστροφής των προσώπων. Οι άνθρωποι αυτοί εξαγρίωναν τον όχλο, πράγμα όχι δύσκολο, εάν σκεφτούμε ότι μόλις 75 – 80 χρόνια χώριζαν την εποχή αυτή από τους φοβερούς διωγμούς των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Γαλερίου (+311) και 55 – 60 χρόνια από τον «ηπιότερο» διωγμό του Λικινίου (310 – 324), τον εξαγριωμένο αυτόν όχλο τον εξαπέλυαν να κάψει και να καταστρέψει οτιδήποτε «εθνικό» εύρισκε μπροστά του. Αυτό όμως ουδέποτε υπήρξε πολιτική του Μεγάλου Θεοδοσίου και όταν έγινε, προσπάθησε να το σταματήσει και να το θεραπεύσει».

Ο συγγραφέας Θ. Παπαθανασίου σε μελέτη του που έχει δημοσιευθεί στο περιοδικό «Σύναξη» υποστηρίζει ανάμεσα σε άλλα ότι: «σε όλο το σώμα των ιερών κανόνων…απουσιάζουν απολύτως κανόνες που να επιβάλλουν τον εκχριστιανισμό των εθνικών και σχεδόν απολύτως κανόνες που να επιτάσσουν την καταστροφή των παγανιστικών ιερών». Όσον αφορά τις διατάξεις νη΄ και πδ΄ της Συνόδου της Καρθαγένης το έτος 419 μ.Χ όπου ζητούνταν από τους βασιλείς να εξαλείψουν «τα εγκαταλείμματα των ειδώλων τα κατά πάσαν την Αφρικήν» ο κ. Παπαθανασίου υποστηρίζει ότι «πρόκειται για τοπικού χαρακτήρα πρωτοβουλία, που αφορούσε συγκυρίες της λατινικής Εκκλησίας στη Βόρεια Αφρική». Άλλωστε η ίδια Σύνοδος ζητούσε και από τους επισκόπους να καταστρέψουν τα «χριστιανικά ναϊδρια» που είχαν ανεγερθεί αυθαίρετα από δεισιδαίμονες χριστιανούς (βλέπε κανών πγ΄).

Σε κάθε περίπτωση είναι ιστορικά δεδομένο και επιστημονικά επιβεβαιωμένο ότι η καταστροφή των αρχαίων ελληνικών πόλεων και ιερών ξεκινά από επιδρομείς κατά τον 3ο π.Χ αιώνα. Ειδικότερα, στο τρίτομο έργο του Βλάσση Γ. Ρασσιά «Υπέρ της των Ελλήνων νόσου» αναφέρονται χρονολογικά συγκεκριμένα αδιαμφισβήτητα γεγονότα και πληροφορίες. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο συγγραφέας του έργου αυτού είναι επιφανής εκπρόσωπος του «Ύπατου Συμβουλίου των Ελλήνων Εθνικών». Αναφερόμενος στον Κυριάκο Σιμόπουλο γράφει ότι: «πρώτοι οι Αιτωλοί, τον 3ο π. Χ αιώνα, απογύμνωσαν ή κατέστρεψαν τα ιερά και τους τόπους λατρείας που αποτελούσαν τον κυριότερο συνδετικό ιστό, τον θρησκευτικό δεσμό μεταξύ των κρατουπόλεων…».

Στο προαναφερόμενο έργο διαβάζουμε τα ακόλουθα σημαντικά:

 « Το έτος 219 π.Χ ο στρατηγός της Αιτωλικής Συμπολιτείας Σκόπας κυριεύει το Δίον, την ιερή πόλη των Μακεδόνων, και καταστρέφει τα πάντα. Γκρεμίζει όλα τα κτίσματα, πυρπολεί και τους χώρους λατρείας. Ο έτερος στρατηγός των Αιτωλών Δωρίμαχος έκανε τα ίδια και στο Ιερό της Δωδώνης. Ο Έλληνας ιστορικός Πολύβιος ο Μεγαλοπολίτης (200 π.Χ – 118 π.Χ) γράφει ότι καταπάτησαν κάθε ιερό και όσιο. Στη συνέχεια ο Φίλιππος Β΄ με τους Μακεδόνες προχώρησαν σε αντίποινα. Οι Μακεδόνες «πυρπόλησαν και κατεδάφισαν τα ιερά και ανέτρεψαν ή κατέστρεψαν 2.000 ανδριάντες». Οι Μακεδόνες όμως δεν περιορίστηκαν μονάχα στην Αιτωλία. Το έτος 200 π.Χ. ο Ρωμαίος ιστορικός Τίτος Λίβιος (59 π.Χ – 17 μ.Χ) μας πληροφορεί ότι οι Μακεδόνες προχώρησαν και στην Αττική, όπου «κατέστρεψαν και τα μνημεία και ανέσκαψαν τους τάφους, διασκορπίζοντας τα οστά των νεκρών».

Εν συνεχεία ακολουθούν οι επιδρομές των Ρωμαίων που διήρκεσαν δύο ολόκληρους αιώνες, καταστρέφοντας πόλεις, ναούς, ιερά και αγάλματα σε ολόκληρη την Ελλάδα. Ειδικότερα, το έτος 197 π.Χ ο Ρωμαίος στρατηγός Τίτος Κόϊντος Φλαμίνιος στα πλαίσια του Β΄ Μακεδονικού πολέμου νίκησε κατά κράτος τον Φίλιππο Ε΄ της Μακεδονίας και στη συνέχεια «έστειλε καραβιές ολόκληρες από κλεμμένα μαρμάρινα και χάλκινα αγάλματα για να κοσμήσουν το θρίαμβό του στη Ρώμη».

Τα «κατορθώματα» όμως των Ρωμαίων εις βάρος του Ελληνισμού συνεχίστηκαν. Σύμφωνα με τον Έλληνα ιστορικό Πολύβιο Μεγαλοπολίτη, το έτος 189 π.Χ ο Ρωμαίος στρατηγός Μάρκος Φούλβιος Νοβιλίορ λεηλατεί την Αμβρακία, συμπεριλαμβανομένων και των ιερών αυτής. Στη συνέχεια έστειλε στη Ρώμη ως λάφυρα, αγάλματα, επιγραφές και θησαυρούς. Το έτος 181 π.Χ η Ρωμαϊκή Σύγκλητος κατέστρεψε τα έργα των Πυθαγορείων, ρίπτοντας αυτά στην πυρά. Ο Ρωμαίος πολιτικός και στρατιωτικός Λεύκιος Μόμμιος Αχαϊκός το 146 π.Χ μετά την νικηφόρα για τους Ρωμαίους μάχη στη Λευκόπετρα, προχώρησε στην λεηλασία της πλουσιότατης πόλεως της αρχαίας Κορίνθου. Σύμφωνα με την αφήγηση Ελλήνων και Ρωμαίων συγγραφέων όπως του Κικέρωνα, του Στράβωνα, του Παυσανία, η πόλη της αρχαίας Κορίνθου καταστράφηκε ολοσχερώς και ερημώθηκε. Έναν αιώνα περίπου αργότερα, το έτος 44 π.Χ., ο ισόβιος δικτάτορας (dictator in perpetuum) της Ρώμης Ιούλιος Καίσαρας την επανίδρυσε ως ρωμαϊκή αποικία.

Ο άξεστος Ρωμαίος στρατιωτικός και πολιτικός Λεύκιος Κορνήλιος Σύλλας (139 π.Χ – 78 π.Χ) το έτος 87 π.Χ. κατέστρεψε την πόλη της Αθήνας επειδή είχε πάρει το μέρος του Μιθριδάτη, και αμέτρητα αγάλματα, πίνακες ζωγραφικής και θησαυροί έγιναν αντικείμενα λεηλασίας και μεταφέρθηκαν στη Ρώμη, συμπεριλαμβανομένης της ονομαστής βιβλιοθήκης του Απελλικώνος, του περίφημου πίνακα του Ζεύξιδος, του χρυσελεφάντινου αγάλματος της Θεάς Αθηνάς από το Αλαλκομένειο Ιερό της Βοιωτίας κ.α. Επιπλέον, λεηλάτησε τα ιερά της Επιδαύρου, της Ολυμπίας και των Δελφών.

Το έτος 55 π.Χ ο φοβερός Γάϊος Βέρρης λεηλάτησε τα καλλιτεχνήματα και τους θησαυρούς ολόκληρης της νότιας Ελλάδας, έκλεψε τον χρυσό από το Ναό της Αθηνάς στην Αθήνα, άρπαξε από την Τένεδο το λατρευτικό άγαλμα του τοπικού ημίθεου Τέννητος, καταλήστεψε τον πανάρχαιο Ναό της Ήρας στη Σάμο, το Ναό της Αρτέμιδος στην Πέργαμο και λεηλάτησε όλα τα μνημεία της Ασπένδου στην Παμφυλία.Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Οκταβιανός Αύγουστος (63 π.Χ – 14 μ.Χ) έκλεψε από την Τεγέα το περίφημο άγαλμα της Αλέας Αθηνάς και το μετέφερε στη Ρώμη. Ένας άλλος Ρωμαίος αυτοκράτορας ο Καλλιγούλας (12 μ.Χ – 41 μ.Χ) διάλεγε ελληνικές προτομές και πρόσταζε να τις αποκεφαλίζουν και να προσθέτουν σε αυτές το δικό του κεφάλι.

Η λεηλασία του ελληνικού πολιτισμού προσλαμβάνει δραματικές διαστάσεις επί Ρωμαίου αυτοκράτορος Νέρωνος (37 μ.Χ – 68 μ.Χ), ο οποίος έκλεψε 500 χάλκινα γλυπτά από τους Δελφούς. Ο Παυσανίας στα Φωκικά αναφέρει επί τούτου «πεντακόσιας θεών τέ αναμίξ αφείλετο και ανθρώπων εικόνας χαλκάς». Ανάμεσα σε αυτά που έκλεψε ο Νέρωνας  ήταν η πασίγνωστη κόρη του Anzio η Κασσάνδρα, ο έρως του Πραξιτέλους, ο θνήσκων Γαλάτης, ο Απόλλων του Σκόπα, η εύκνημα Αμαζόνα του Στρογγυλίωνος και ένα μικρό επιχρυσωμένο άγαλμα του Αλέξανδρου ».

Από όλα αυτά συνειδητοποιούμε ότι ο συγγραφέας Βλάσης Ρασσιάς ουσιαστικά μας πληροφορεί πώς οι Ρωμαίοι κατακτητές «μέσα σε λιγότερο από δύο αιώνες μετέτρεψαν την Ελλάδα σε μια ερειπωμένη επαρχία τους, σε μια χώρα που κατά τον Δίονα Χρυσόστομο οι λίθοι μόνον θύμιζαν τη σεμνότητα και το μέγεθος της Ελλάδας». Ο ίδιος συγγραφέας καταλήγει ότι «ο Παυσανίας, τον 2ο αιώνα μ. Χ, ουσιαστικά θα δει και θα περιγράψει μια χώρα ερειπωμένη και ολιγάνθρωπη, της οποίας αρκετές πόλεις είναι ήδη έρημες, τα δε ιερά είναι κατά πλειοψηφία χορταριασμένα και με γκρεμισμένες τις στέγες…Ο Ρωμαίος ποιητής  Γιουβενάλλης θα γράψει επίσης και τα εξής: Σήμερα δεν μπορείς να αρπάξεις από αυτούς, όταν πατήσεις το φτωχό τους τόπο, τίποτε άλλο από μερικά βόδια και φοράδες, τους εφέστιους θεούς από το σπιτικό τους και κανένα περίεργο άγαλμα, αν έχει μείνει κανένα στα ιερά τους…».

Το έτος 396 μ.Χ μεγάλες καταστροφές στους αρχαίους ναούς προκάλεσαν και οι επιδρομές των Γότθων υπό τον Αλάριχο. Ο Αλάριχος στις καταστροφές συνοδεύονταν και από χριστιανούς μοναχούς, οι οποίοι όμως είχαν εκδιωχθεί από τον Μέγα Θεοδόσιο λόγω του ότι ήταν αιρετικοί Αρειανοί. Πέραν του Αλάριχου οι επιδρομές ξένων φύλων ή λαών ήταν ένα μόνιμο φαινόμενο σε όλη σχεδόν την περίοδο του Βυζαντίου, ιδιαίτερα στα χρόνια που ακολούθησαν μετά την Μακεδονική Δυναστεία, όπως Σλάβοι, Βούλγαροι, Σέρβοι κ.α. Μεγάλες λεηλασίες και καταστροφές σε ολόκληρο τον ελληνικό χώρο εις βάρος των μνημείων και ιερών του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού σημειώθηκαν από το έτος 1204 και ύστερα, μετά την πρώτη Άλωση της Πόλης από τους τυχοδιώκτες και πλιατσικολόγους σταυροφόρους, π.χ. Βενετοί, Καταλανοί, Νορμανδοί κ.α.

Αργότερα, κατά την μακρόχρονη περίοδο της Τουρκοκρατίας πολλοί ήταν οι ξένοι ηγεμόνες που ενδιαφέρθηκαν για την αρχαία Ελλάδα. Υπάρχουν δεκάδες Ευρωπαίοι περιηγητές και ταξιδιώτες (βλέπε έργο Κυριάκος Σιμόπουλος, Ξένοι Ταξιδιώτες στη Ελλάδα 333 μ.Χ – 1821 μ.Χ) οι οποίοι κατέτρεχαν την Ελλάδα και επιδίδονταν σε συνεχείς λαθρανασκαφές προς ανεύρεση αρχαίων επιγραφών, νομισμάτων, αγγείων, αγαλμάτων κ.α. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Γάλλου αββά  Fourmont, μεγάλου καταστροφέα κλασικών αρχαιοτήτων, που αφάνισε την αρχαία Τίρυνθα, Μαντινεία,  Σπάρτη. Ειδικά για την Σπάρτη καυχόταν λέγοντας «την έσβησα, δεν της άφησα λίθο επί λίθου».

Επίλογος

Με βάση τα όσα προαναφέρθηκαν φαίνεται πώς οι κατηγορίες περί καταστροφής του Ελληνισμού από τον Χριστιανισμό είναι αστήριχτες και γελοίες. Κι αυτό γιατί κατά τους τρείς πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες έχουν καταγραφεί 11.000.000 Χριστιανοί ως θύματα των αιματηρών διωγμών που έγιναν κατά καιρούς από διάφορους αυτοκράτορες. Μέχρι τα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου ο Χριστιανισμός τελούσε υπό αιματηρό διωγμό. Τον 4ο μ.Χ αιώνα οι Χριστιανοί αποτελούσαν μόλις το 5 % επί του συνολικού πληθυσμού της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Επιπλέον, από τον 4ο μέχρι τον 6ο αιώνα μ.Χ υπήρχαν στην Αθήνα και τα περίχωρα 22 παλαιοχριστιανικές βασιλικές, από τις οποίες σήμερα διασώζονται μόνο τα ερείπιά τους. Οι παλαιοχριστιανικές αυτές βασιλικές όπως και οι περισσότεροι από τους αρχαίους ναούς, καταστράφηκαν από κατακτητές, πολεμικές συγκρούσεις, λεηλασίες, πυρκαγιές, σεισμούς, θεομηνίες και διάφορα άλλα φυσικά φαινόμενα.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η παράδοση του Ελληνισμού στα χέρια των Ρωμαίων υπήρξε εθελούσια. Στα 400 χρόνια συνολικά που διήρκεσε αυτή η κατοχή δηλαδή από το 80 π.Χ μέχρι το 330 μ.Χ όταν και μεταφέρθηκε η πρωτεύουσα από τη Ρώμη στη Κωνσταντινούπολη, ο Ελληνισμός δεν επαναστάτησε ούτε μία φορά εναντίον των Ρωμαίων. Από την άλλη, ο Ορθόδοξος Ελληνισμός στα 400 χρόνια της Οθωμανικής κατοχής επαναστάτησε πάνω από 70 φορές! Αυτή η εκούσια υποταγή στους Ρωμαίους οδήγησε στην παρακμή του ελληνικού πνεύματος.

            Ενδεικτική βιβλιογραφία

  • Ζιάκας Θεόδωρος, Γιατί έγιναν οι Έλληνες Χριστιανοί.
  • Ζηζιούλας Ιωάννης Δ. (Μητροπολίτης Περγάμου), Ελληνισμός και Χριστιανισμός, η συνάντηση των δύο κόσμων, Αθήνα, 2008, εκδόσεις Αποστολική Διακονία.
  • Ηλιανός Ορέστης, Απόψεις για το παρελθόν και το μέλλον των Ελλήνων, εκδόσεις Ιωλκός.
  • Μέγας Βασίλειος, «Πρός τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφέλοιντο λόγων».
  • Μεταλληνός Γεώργιος, Παγανιστικός Ελληνισμός ή Ελληνορθοδοξία;
  • Μυτιληναίος Στέφανος, ο Μονοθεϊσμός στην αρχαία Ελλάδα.
  • Παπαθανασίου Αθανάσιος, (Αυτο)Κριτική ερμηνεία της καταστροφής παγανιστικών ιερών από Χριστιανούς, περιοδικό «Σύναξη», τόμος 69.
  • Παπαχατζής Ν., η θρησκεία στην αρχαία Ελλάδα, εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1996.
  • Παρασκευαϊδης Χριστόδουλος, Ελληνισμός προσήλυτος. Η μετάβαση του Ελληνισμού από την αρχαιότητα στον Χριστιανισμό.
  • Πάτρωνος Π. Γεώργιος, Ελληνισμός και Χριστιανισμός: Θέματα αρχικής συνάντησης και σύνθεσής τους, εκδόσεις Αποστολική Διακονία, 2003.
  • Περιοδικό Άρδην, τεύχος 23, Δεκέμβριος 2000 – Ιανουάριος 2001, Αφιέρωμα: Συνάντηση Ελληνισμού – Χριστιανισμού. Ρήξη και σύνθεση.
  • Περιοδικό «Δαυλός», τεύχος 241, σσ 155 – 534: “Μ. Μαμανέας, η λεηλασία μιας αμύθητης καλλιτεχνικής κληρονομιάς. Η αργυρολογία και απολιτισιά των Ρωμιών”.
  • Περιοδικό «Ιχώρ», τεύχος 27, σελ. 52: “Β. Μισύρης, οι βάρβαροι κτυπάνε την Ελλάδα”.
  • Περιοδικό «Ακτίνες», τεύχος 624, σσ 256 – 257: “Ιωάννης Τσέντος, Χριστιανισμός και αρχαία ελληνική τέχνη”.
  • Πονηρός Ευάγγελος, Ελληνισμός και Χριστιανισμός: Από την Καινή Διαθήκη έως και τον Μέγα Βασίλειο, εκδόσεις Γεωργιάδη, Αθήνα, 2010.
  • πρωτοπρ. Κυριάκος Τσούρος, Γραμματέας της Σ.Ε επί των αιρέσεων, άρθρο του για την καταστροφή των αρχαίων ναών στον διαδικτυακό ιστότοπο http://maccunion.wordpress.com/2014/09/20.
  • Ράγκος Σπ., Η συνάντηση του Ελληνισμού με τον Χριστιανισμό από τον πρώτο έως τον τέταρτο αιώνα, στο «Η ορθοδοξία ως κληρονομιά», τ. Α΄, Πάτρα: ΕΑΠ, 2002.
  • Ρασσιάς Γ. Βλάσης, Υπέρ της των Ελλήνων νόσου, τόμος Γ΄, Ες έδαφος φέρειν – Υπέρ της των Ελλήνων νόσου, εκδόσεις Ανοιχτή Πόλη, 2010.
  • Σιμόπουλος Κυριάκος, Ξενοκρατία – Μισελληνισμός και Υποτέλεια, Αθήνα, 1990.
  • Τσέντος Ιωάννης, Ελληνισμός και Χριστιανισμός: Οι μύθοι της αρχαιολατρίας. Ιουλιανός ο Παραβάτης. Παραβάτης του Χριστιανισμού, παραβάτης του Ελληνισμού, εκδόσεις Τήνος, 2004.