Το
κάστρο Αγιονορίου αποτελεί έναν από τους υψηλής ποιότητας πολιτιστικούς πόρους
που διαθέτει η περιοχή της ανατολικής Κορινθίας.

Η τοποθεσία του σε συνδυασμό
με την μοναδική του θέα το έχουν αναγάγει σε σημείο μείζονος στρατηγικής
σημασίας για την ιστορία του έθνους μας. Πιο συγκεκριμένα, το κάστρο συναντάται
στο μέσο της Κοντοπορείας, της πιο σύντομης οδού που στα αρχαία χρόνια ένωνε
τους νομούς Αργολίδας και Κορινθίας και συνιστούσε σημαντικό σταθμό όλων όσων
επιθυμούσαν να επισπεύσουν το ταξίδι τους προς τους αντίστοιχους προορισμούς.
Παράλληλα, η θέση του κάστρου του επιτρέπει να έχει οπτική επαφή με το κάστρο
του Ακροκορίνθου, το κάστρο “Λάρισα” του Άργους και το Αρμενόκαστρο του
Καπαρελίου στην Αργολίδα. 

Η
περιοχή που δεσπόζει το φρούριο έχει αξιόλογο ιστορικό υπόβαθρο. Σύμφωνα με τον
ιστορικό Ιωάννη Παπαχρήστο, στο Αγιονόρι βρισκόταν ο αρχαίος οικισμός Πέτρη
στον οποίο κάνει μνεία ο Ηρόδοτος και ο οποίος θεωρείται πατρίδα του Ηετίωνος
και του γιου του Κυψέλου, μετέπειτα τυράννου (480 π.Χ.). Επιπλέον, πιθανολογείται
ότι υπήρξε ονομασία ενός άλλου αρχαίου συνοικισμού, τον οποίο ίδρυσε ο Αγήνωρ,
εγγονός του ιδρυτού του Άργους Φορωνέως.

Εντούτοις,
το φρούριο του Αγιονορίου χρονολογείται ότι χτίστηκε τον 14ο μ.Χ. αιώνα (μεταξύ
1377 και 1450) από τους Φράγκους, πάνω στα ερείπια ακρόπολης παλαιότερου
Βυζαντινού κάστρου.

Ωστόσο, ως τον ερχομό και την εγκατάσταση των Φράγκων στην
περιοχή, είχε δημιουργηθεί σπουδαίος οικισμός που είχε εξελιχθεί σε ισχυρό
θρησκευτικό κέντρο. Άλλωστε, επικρατεί η άποψη ότι η ονομασία του ως «Κάστρο
του Αγιονορίου» απορρέει από την εγκατάσταση μοναχών από το Άγιο Όρος εκεί, στη
διάρκεια του 11ου αιώνα, γεγονός που συνάδει και με την ύπαρξη μεγάλου αριθμού
εκκλησιών γύρω από το κάστρο, στις οποίες συγκαταλέγονται ο Άγιος Γεώργιος, ο Άγιος
Στέφανος, ο Άγιος Μάρκος, ο Άγιος Ιωάννης Πρόδρομος, ο Άγιος Ιωάννης Θεολόγος
και η Παναγιά.
 

Το
κάστρο του Αγιονορίου χρησιμοποιήθηκε, επίσης, σαν στρατηγείο από τον Υψηλάντη
και τον Παπαφλέσσα κατά την διάρκεια της ελληνικής επανάστασης και συνδέεται
άρρηκτα με μία από τις πιο βαρυσήμαντες και ένδοξες μάχες της, την μάχη του
Δράμαλη, το 1822. Τότε που, ύστερα από την μάχη των Δερβενακίων, ο Δράμαλης
επιχείρησε να επιστρέψει στην Κόρινθο, μέσα από το πέρασμα της Κλεισούρας, το
οποίο φύλαγαν, σύμφωνα με σχέδιο του Κολοκοτρώνη, περίπου 1000 Έλληνες, 
μεταξύ των οποίων ο Παπαφλέσσας, ο Υψηλάντης και ο Νικηταράς. Ο τελευταίος
αποφάσισε, λοιπόν, να πυροβολήσει ένα φορτίο από μπαρούτι, πάνω σε μια καμήλα,
γεγονός που προκάλεσε σύγχυση στην στρατιά του Δράμαλη, επισφραγίζοντας τον
αποδεκατισμό και την ολοκληρωτική συντριβή της.

Τέλος, το φρούριο, συνολικής επιφάνειας 850 τ.μ.., αποτελούνταν από 5
πύργους διαφόρων διαστάσεων, ο ψηλότερος εκ των οποίων έφθανε τα 12 μ.. Όλοι
συνδέονταν μεταξύ τους με τείχος, ενώ μπροστά από την κύρια αψιδωτή πύλη του,
είχε κτιστεί προμαχώνας. Η κατασκευή του στηρίχθηκε στη χρήση ορθογωνισμένων
λίθων και ισχυρού ασβεστοκονιάματος. Σήμερα διατηρούνται μόνο δύο τριώροφοι
πύργοι που παρουσιάζουν ελαφρά κλίση προς την αυλή του κάστρου.