Home Αρχειακό Υλικό Εγγραφα ΤΑΡΣΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ: Ιστορικά στοιχεία

ΤΑΡΣΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ: Ιστορικά στοιχεία

  Ρωτήστε μας για πληροφορίες
Κατηγορία:

Περιγραφή

Ταρσέ μου και Φαρόκαμπε

αληθινέ και Ζήρια

Πούχεις τα κρύα τα νερά

και τις όμορφες κοπέλες

Γενικά στοιχεία

Με το όνομα Ταρσός ή παράγωγα αυτού εντοπίζονται οι εξής πόλεις και τα χωριά : Ταρσός της Βοιωτίας (οικισμός που βρίσκεται κοντά στην ακτή του όρμου της Αντίκυρας), Ταρσός της Κιλικίας (πόλη της Μικράς Ασίας), Ταρσός της Βιθυνίας (κανονικό όνομα Ταρσία), Τάρσιον (πόλη της Κάτω Παννονίας δηλαδή της σημερινής Ουγγαρίας, η οποία αναφέρεται από τον Πτολεμαίο αλλά παραμένει ακόμη άγνωστη και ακαθόριστης θέσης), Τάρσιο του Νομού Έβρου (οικισμός της κοινότητας Τυχίου), Ταρσινά Κορινθίας, Ταρσός της Κορινθίας (Άνω και Κάτω).

Ο Άνω Ταρσός

Είναι ένας ορεινός οικισμός της Κορινθίας που βρίσκεται στις πλαγιές του Χελμού του δήμου Φενεού, κοντά στα όρια με το νομό Αχαϊας και εντοπίζεται σε υψόμετρο 1050 μ από την επιφάνεια της θάλασσας. Χαρακτηρίζεται ως ένας από τους πιό ορεινούς οικισμούς της Ελλάδος.

Το χωριό του Άνω Ταρσού ιδρύθηκε πιθανότατα πάνω στα ερείπια της βυζαντινής πόλεως Ταρσού Κορινθίας κατά τον 18ο αιώνα, στα βόρεια της πεδιάδας του Φενεού. Στις αρχές του 19ου αιώνα ο μέγιστος πληθυσμός του θα πρέπει να προσέγγιζε των αριθμό των 400 κατοίκων. Τη χρονική περίοδο 1880 – 1910 λόγω της γενικής μετανάστευσης πρός την Αμερική, ο πληθυσμός του μειώθηκε δραματικά. Η μείωση του πληθυσμού συνεχίστηκε σταδιακά με συνέπεια το χωριό να οδηγηθεί σε ερήμωση (βλέπε Απογραφή Πληθυσμού 2001: κάτοικοι 11).

Το τοπίο είναι ορεινό και περιλαμβάνει βραχώδεις πλαγιές. Στη βάση ενός βράχου πηγάζει μικρός ποταμός με μόνιμη ροή και σχηματίζει μια ρεματιά με πλατάνια που κατεβαίνει πρός τον ποταμό Όλβιο (Φονιάτικο). Πολλά είναι τα σημεία εκείνα, όπου οι πλαγιές σκεπάζονται από έλατα. Να σημειωθεί ότι η περιοχή έχει μεγάλη οικολογική αξία (π.χ. πτηνά κ.α), ένα σημαντικό οικοσύστημα (ιθαγενές δάσος κωνοφόρων δένδρων και ρέοντα ύδατα), τουριστικό – φυσιολατρικό ενδιαφέρον, μια ιδιαίτερη φυσική ομορφιά και έναν σπάνιο τύπο τοπίου.

Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, εδώ ζούσε ο δυνατότερος Φενεάτης, ο ξακουστός και φημισμένος Ρόκας. Κατά τον θρύλο, αυτός νίκησε σε αγώνα αντοχής έναν διάσημο Τούρκο αγά ο οποίος εκπροσωπούσε τον τοπικό πασά (δεν γνωρίζουμε όμως ακριβή χρονολογία). Ο αγώνας έγινε λόγω διαμάχης σχετικά με τα νότια όρια του Ταρσού. Ο Ρόκας αγωνίστηκε πεζός, ενώ ο Τούρκος έφιππος, αλλά παρά ταύτα δεν μπόρεσε να τον φθάσει. Ο Ρόκας έφθασε στα σημερινά όρια του Στενού και σταμάτησε λόγω κοπώσεως. Η νίκη του Ρόκα εις βάρος του Τούρκου απέδειξε ότι οι Οθωμανοί Τούρκοι δεν ήταν ανίκητοι και αναπτέρωσε το ηθικό και την ελπίδα των κατακτημένων Φενεατών. Ο τάφος του Ρόκα πιθανολογείται ότι βρισκόταν στο παλαιό κοιμητήριο του Άνω Ταρσού.

Κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής, οι Γερμανοί προκάλεσαν σοβαρές ζημίες στα τριάντα από τα πενήντα δύο συνολικά σπίτια του χωριού και κατέστρεψαν ολοσχερώς ένα.

Ο Κάτω Ταρσός

Είναι ένας ορεινός οικισμός της Κορινθίας που βρίσκεται στις πλαγιές του Χελμού του δήμου Φενεού και εντοπίζεται στο δυτικό τμήμα του νόμου σε απόσταση 100 χλμ περίπου δυτικά της Κορίνθου.

Το χωριό του Κάτω Ταρσού βρίσκεται στους πρόποδες του όρους επί της κορυφής του οποίου διασώζονται ερείπια τειχών, που οι χωρικοί ονομάζουν κάστρο. Ένα περίπου χιλιόμετρο νότια του χωριού, η ανατολική πλευρά του όρους προβάλει κάθετα και σχηματίζει ένα πέτρινο τείχος ύψους 100 περίπου μέτρων. Λίγο υψηλότερα από τη βάση του βράχου μέσα σε μια σχισμή, έχει χτιστεί το ερημητήριο της Παναγίας του Βράχου.

Είναι φανερό ότι εδώ είχαν συγκεντρωθεί οι κάτοικοι της περιοχής κατά τις φοβερές τουρκικές επιδρομές και ότι αυτό ήταν το φρούριο που κυρίευσε το έτος 1458 ο σουλτάνος Μωάμεθ. Λίγο νοτιότερα, στο Παλαιοχώρι Ταρσού, υπάρχουν ερείπια και ένας ναός των ταξιαρχών του ΙΖ΄ αιώνα. Πιθανόν εδώ θα πρέπει να ήταν χτισμένη η κώμη του Ταρσού.

Από τα δύο αυτά σημερινά χωριά του Ταρσού, τον Άνω και Κάτω Ταρσό, ο Κάτω Ταρσός είναι αυτός που πρέπει να διαδέχθηκε τη μεσαιωνική ομώνυμη πόλη, διότι βρίσκεται κοντά στο κάστρο. Στις αρχές του ΙΗ΄ αιώνα μαρτυρούνται και τα δύο χωριά, οπότε πρέπει να δεχθούμε μάλλον ότι ο μεσαιωνικός οικισμός είχε εγκαταλειφθεί. Όσον αφορά την προέλευση των κατοίκων του Άνω και Κάτω Ταρσού, αυτή πρέπει να είναι διαφορετική, διότι στις πηγές του ΙΗ΄ αιώνα και σε εκείνες των αρχών του ΙΘ΄ αιώνα, όπως θα δούμε στη συνέχεια, το ένα χωριό καλείται «ρωμαίϊκο» και το άλλο «βλάχικο».

Στα νεότερα χρόνια, ο Κάτω Ταρσός είχε δημοτικό σχολείο, ταχυδρομείο και τηλεγραφείο.

Προέλευση ονομασίας «Ταρσός»

Υπάρχει η άποψη που υποστηρίζει ότι η λέξη «Ταρσός» είναι παραφθορά των λέξεων «το άλσος», δηλαδή αναφέρεται στο άλσος από κυπαρίσσια ή έλατα. Είναι πολύ πιθανόν να υπάρχει κάποιος συσχετισμός ανάμεσα στους διάφορους Ταρσούς, όπως της Βιθυνίας, της Κιλικίας, της Βοιωτίας, της Κορινθίας κ.α., ο οποίος να υποδηλώνει ενδεχομένως μετακινήσεις πληθυσμιακών ομάδων με επακόλουθο τη μεταφορά της ονομασίας Ταρσός στα νέα διοικητικά κέντρα που δημιουργούνταν.

Η λέξη Ταρσός χρησιμοποιείται και στην ανατομία του ανθρωπίνου σώματος, όπου υπάρχει ο όρος «Ταρσός ποδός» που είναι ανατομικό χαρακτηριστικό του ποδιού και ο όρος «Ταρσός βλεφάρου». Επιπλέον, ταρσός αποκαλείται και το καλαμόπλεκτο σκεύος που χρησιμοποιούνταν παλαιότερα για την αποστράγγιση του τυριού (κοινώς τυροβόλι).

Διοικητική εξέλιξη – αυτοδιοικητικές μεταβολές

Ο Ταρσός υπήρξε μια βυζαντινή μεσαιωνική πολίχνη της Κορινθίας, η οποία τοποθετούνταν πρός τα βόρεια της λίμνης του Φενεού και κοντά στα σημερινά χωριά Άνω και Κάτω Ταρσός. Η βυζαντινή αυτή πολιτεία μνημονεύεται ότι πολιορκήθηκε το έτος 1458 μ.Χ από τον Οθωμανό σουλτάνο Μεχμέτ Β΄ τον Πορθητή και παραδόθηκε μετά από σύντομο αγώνα, αφού πρώτα υποχρεώθηκε να προμηθεύσει 300 περίπου εφήβους για την επάνδρωση των γενιτσαρικών ταγμάτων.

Μετά την πτώση του Ταρσού στους Οθωμανούς, η πρώτη αναφορά για οικισμό «Ταρσός» γίνεται στη βενετική απογραφή του Grimani που διενεργήθηκε το έτος 1700. Από τη βενετική απογραφή του Nani το έτος 1703 και την καταγραφή του Γάλλου ταξιδιώτη Pouqueville το έτος 1827 πληροφορούμαστε για την ύπαρξη δύο Ταρσών, του βλάχικου Ταρσού και του ρωμέϊκου Ταρσού.

Τη χρονική περίοδο 1834 – 1845  ο Ταρσός υπαγόταν διοικητικά στο δήμο Ταρσού, που είχε συσταθεί το 1834 (ΦΕΚ 19Α, 7/6/1834), του οποίου ήταν και η έδρα. Το έτος 1845 ο δήμος Ταρσού καταργήθηκε και προσαρτήθηκε στο δήμο Φενεού. Από το ίδιο έτος και ύστερα γίνεται αναφορά για δύο Ταρσούς, τον Άνω και τον Κάτω Ταρσό.

Άνω Ταρσός

Ο οικισμός προσαρτήθηκε την 8η Δεκεμβρίου του έτους 1845 (ΦΕΚ 32Α) στο δήμο Φενεού, όπου παρέμεινε μέχρι το έτος 1912. Την 31η Αυγούστου του έτους 1912  (ΦΕΚ 262Α)  αποσπάστηκε από το δήμο Φενεού και προσαρτήθηκε στην κοινότητα Στενού,όπου παρέμεινε μέχρι το έτος 1919. Την 8η Μαρτίου του έτους 1919 (ΦΕΚ 52Α)  ο οικισμός αποσπάστηκε από την κοινότητα Στενού και προσαρτήθηκε στην κοινότητα του Κάτω Ταρσού, όπου παρέμεινε μέχρι το έτος 1997. Την 4η Δεκεμβρίου του έτους 1997 (ΦΕΚ 244Α) ο οικισμός αποσπάστηκε από την κοινότητα Κάτω Ταρσού και προσαρτήθηκε στο δήμο Φενεού. Την 7η Ιουνίου του έτους 2010 (ΦΕΚ 87Α) αποσπάστηκε από το δήμο Φενεού και προσαρτήθηκε στο δήμο Σικυωνίων, όπου παραμένει μέχρι σήμερα.

Κάτω Ταρσός

Ο οικισμός προσαρτήθηκε την 8η Δεκεμβρίου του έτους 1845 (ΦΕΚ 32Α) στο δήμο Φενεού, όπου παρέμεινε μέχρι το έτος 1912. Την 31η Αυγούστου του έτους 1912  (ΦΕΚ 262Α)  αποσπάστηκε από το δήμο Φενεού και προσαρτήθηκε στην κοινότητα Στενού,όπου παρέμεινε μέχρι το έτος 1919. Την 8η Μαρτίου του έτους 1919 (ΦΕΚ 52Α)  ο οικισμός αποσπάστηκε από την κοινότητα Στενού και αποτέλεσε την αυτόνομη κοινότητα του Κάτω Ταρσού, η οποία περιελάμβανε τους οικισμούς Άνω Ταρσό και Κάτω Ταρσό που ήταν και η έδρα της.

Την 4η Δεκεμβρίου του έτους 1997 (ΦΕΚ 244Α) η κοινότητα καταργήθηκε και προσαρτήθηκε στο δήμο Φενεού. Την 7η Ιουνίου του έτους 2010 (ΦΕΚ 87Α) αποσπάστηκε από το δήμο Φενεού και προσαρτήθηκε στο δήμο Σικυωνίων, όπου παραμένει μέχρι σήμερα.

Πληθυσμιακά στοιχεία – δεδομένα

Σύμφωνα με την παράδοση λέγεται ότι οι κάτοικοι του Ταρσού ήταν οι πρώτοι γνήσιοι Φενεάτες.

  • 1700: Tarso Romeico, 6 φαμίλιες, 49 κάτοικοι [Grimani]
  • 1703: Vlachico Tarso και Romeico Tarso [Nani]
  • 1704: Tarso Vlachico και Tarso Romeico [Alberghetti]
  • 1827: Romaeici – stasous, 50 φαμίλιες [Pouqueville, 184]
  • 1830: Tarsos, 75 φαμίλιες [Γαλλική Απογραφή, Χουλιαράκης Α1, 34]
  • 1837: Ταρσός δήμου Ταρσού, έδρα του δήμου, 64 οικογένειες, 273 κάτοικοι.
  • 1846: Ταρσός δήμου Φενεού, 2 ώρες και 15 λεπτά από την Γκούρα οδοιπορικώς, 533 κάτοικοι [Σταματάκης, 75].
  • 1853: Ταρσός δήμου Φενεού,προϊόντα δημητριακοί καρποί και κρασί. Σπίτια 108, κάτοικοι 169 [Ραγκαβής ΙΙ, 388].
  • 1886: Ταρσός (Άνω και Κάτω) δήμου Φενεού. Κάτοικοι 429 (Μηλιαράκης, 148).

Άνω Ταρσός

  • Απογραφή πληθυσμού 1879:  κάτοικοι 154 [Χουλιαράκης Α2, 60].
  • Απογραφή πληθυσμού 1889: κάτοικοι 137 [Χουλιαράκης Α2, 123].
  • Απογραφή πληθυσμού 1896: κάτοικοι 135 [Χουλιαράκης Α2, 191].
  • Απογραφή πληθυσμού 1901: κάτοικοι 135 [Νουχάκης, 503].
  • Απογραφή πληθυσμού 1907: κάτοικοι 130.
  • Απογραφή πληθυσμού 1928: κάτοικοι 87.
  • Απογραφή πληθυσμού 1940: κάτοικοι 86.
  • Απογραφή πληθυσμού 1951: κάτοικοι 52.
  • Απογραφή πληθυσμού 1961: κάτοικοι 38.
  • Απογραφή πληθυσμού 1971: κάτοικοι 29.
  • Απογραφή πληθυσμού 1981: κάτοικοι 17.
  • Απογραφή πληθυσμού 1991: κάτοικοι 9.
  • Απογραφή πληθυσμού 2001: κάτοικοι 11.
  • Απογραφή πληθυσμού 2011: κάτοικοι 16.

Κάτω Ταρσός

  • Απογραφή πληθυσμού 1879: κάτοικοι 275 [Χουλιαράκης Α2, 60].
  • Απογραφή πληθυσμού 1889: κάτοικοι 262 [Χουλιαράκης Α2, 123].
  • Απογραφή πληθυσμού 1896: κάτοικοι 283 [Χουλιαράκης Α2, 191].
  • Απογραφή πληθυσμού 1901: κάτοικοι 283 [Νουχάκης, 503].
  • Απογραφή πληθυσμού 1907: κάτοικοι 250.
  • Απογραφή πληθυσμού 1928: κάτοικοι 128.
  • Απογραφή πληθυσμού 1940: κάτοικοι 148.
  • Απογραφή πληθυσμού 1951: κάτοικοι 69.
  • Απογραφή πληθυσμού 1961: κάτοικοι 71.
  • Απογραφή πληθυσμού 1971: κάτοικοι 39.
  • Απογραφή πληθυσμού 1981: κάτοικοι 19.
  • Απογραφή πληθυσμού 1991: κάτοικοι 21.
  • Απογραφή πληθυσμού 2001: κάτοικοι 20.
  • Απογραφή πληθυσμού 2011: κάτοικοι 13.

Η Καστροπολιτεία – Φρούριο Ταρσού (ή Κάστρο Σφυρών)

Η Ταρσός ήταν μια σημαντική μεσαιωνική πόλη της Κορινθίας και ειδικότερα της περιοχής του Φενεού κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο (1071 μ.Χ – 1453 μ.Χ). Βρισκόταν στο φαράγγι του Όλβιου ποταμού στη δυτική Κορινθία πρός τα Β της λίμνης του Φενεού, πιθανόν ανάμεσα στα χωριά Άνω και Κάτω Ταρσός, και ανήκε στο βυζαντινό δεσποτάτο του Μορέως. Δεν γνωρίζουμε όμως που ακριβώς ήταν η πολίχνη αυτή.

Σύμφωνα με την παράδοση, το Παλαιοχώρι ήταν ο μοναδικός Ταρσός, ο οποίος διαχωρίσθηκε στα δύο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, ενώ κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας μνημονεύεται Ρωμέϊκος και Βλάχικος Τάρσος.Η πόλη είχε μητρόπολη και τρείς ακόμα μικρότερες εκκλησίες, ενώ ο πληθυσμός ήταν περίπου 10.000 κάτοικοι. Το κάστρο της πόλεως βρισκόταν σε οχυρή τοποθεσία πάνω από αυτή, στον ψηλό βράχο που αναπτύσσεται πάνω από το χαρακτηριστικό εκκλησάκι της Παναγίας του Βράχου. Πρόκειται για ένα κάστρο – φρούριο της Κορινθίας με ιδιαίτερα ισχυρή φυσική οχύρωση, από το οποίο όμως σήμερα δεν έχει απομείνει τίποτα.

Το κάστρο βρισκόταν σε υψόμετρο 1350 μέτρων. Η έκτασή του είναι 120 περίπου στρέμματα, μοιάζει οπτικά σαν πέταλο και περιορίζεται μεταξύ δύο γκρεμών. Οι δύο άκρες του φράσονται από δύο ισχυρά τείχη, το πάχος των οποίων ξεκινούσε από τα δύο μέτρα. Τα τείχη αυτά ήταν κατασκευασμένα από ξηρολιθοδομή και το ύψος τους πιθανολογείται ότι ξεπερνούσε τα τρία μέτρα.

Η πρόσβαση στο φρούριο είναι εφικτή: α). από τον Κάτω Ταρσό όπου ένα ανηφορικό μονοπάτι οδηγεί μέχρι το ανατολικό τείχος, β). στη ΝΑ άκρη του φρουρίου, στη θέση «Σκάλα», ο γκρεμός (4 – 5μ) μικραίνει στο ύψος και μια κινητή σκάλα επιτρέπει την ανάβαση, γ). στα ΝΔ του φρουρίου ο γκρεμός χωρίζεται σε δύο τμήματα διαμέσου των οποίων είναι δυνατή η διάβαση, δ). στα δυτικά, η κοιλάδα του ρέματος του κάστρου επιτρέπει τη διάβαση από το Παλαιοχώρι πρός το δυτικό τείχος του φρουρίου, όπου πιθανόν να υπήρχε πύλη. Να σημειωθεί ότιοι διαβάσεις (β) και (γ)  ελέγχονταν από πύργο διαμέτρου εννέα μέτρων που περιβαλλόταν με τείχη ξηρολιθοδομής πάχους περίπου ενός μέτρου.

Πρός τα νοτιότερα των δύο γκρεμών υπάρχει σε σειρά ένα πλήθος από κατοικίες, που σήμερα σχηματίζουν ένα ερείπιο. Υπάρχουν όμως κατοικίες και σε άλλα σημεία. Στον εσωτερικό γκρεμό της Βουρβουτσέλλας υπάρχει σπήλαιο με ίχνη τοιχοποιϊας στην είσοδό του, το οποίο πιθανόν να χρησιμοποιήθηκε για κατοικία του Καστελλάνου, δηλαδή του διοικητή του φρουρίου. Στο βορειοδυτικό άκρο του φρουρίου υπάρχει ένα μικρό σπήλαιο που χρησιμοποιούνταν για τον εκκλησιασμό των κατοίκων και λίγο πιό μακριά η πηγή Κοκκινόβρυση που εξυπηρετούσε τις ανάγκες της ύδρευσης του φρουρίου.

Θα πρέπει να αναφερθεί ότι η μεγαλύτερη ακμή της καστροπολιτείας της Ταρσού σημειώθηκε στις αρχές του 15ου αιώνα, όταν βρισκόταν υπό την βυζαντινή κυριαρχία του Δεσποτάτου του Μορέως. Ο ιστορικός της Άλωσης Γεώργιος Φραντζής αναφέρει ότι στην περιοχή του Φενεού κατά τον 15ο αιώνα είχε εγκατασταθεί μαζί με την οικογένειά του κάποιος ονόματι Δόξας ή Δοξίης, που έφθασε στην Πελοπόννησο από την επαρχία του Ιλλυρικού, ενισχύοντας την άμυνα της περιοχής. Το γεγονός ότι ο Δόξας ήταν συγγενής της βυζαντινής ισχυρής και αριστοκρατικής οικογενείας των Καντακουζηνών, υποδηλώνει ότι θα πρέπει να ήταν και αυτός ένας ισχυρός βυζαντινός άρχοντας.

Το έτος 1458 μ.Χ ο οθωμανός σουλτάνος Μεχμέτ Β΄ (Μωάμεθ) ο Πορθητής πραγματοποίησε εκστρατεία στην βυζαντινή  μέχρι τότε Πελοπόννησο με στόχο την κατάκτησή της, με αφετηρία την Κορινθία και τα κάστρα – φρούρια αυτής. Ο σουλτάνος ως επικεφαλής πολυάριθμου στρατεύματος έφθασε στη Ταρσό και την πολιόρκησε. Ο βυζαντινός άρχοντας Δόξας ανέλαβε την οργάνωση της άμυνας του κάστρου και της πόλεως. Οι υπερασπιστές της πόλης, Φλιάσιοι και Αρβανίτες, προέβαλαν σθεναρή αντίσταση και επειδή φάνηκε ότι η πολιορκία θα κρατούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι δύο πλευρές προχώρησαν σε συμφωνία.

Οι Οθωμανοί πρότειναν στους πολιορκημένους να παραδοθούν για να γλιτώσουν τη ζωή τους. Πάγια τακτική τους ήταν να μην καταστρέφουν τις πόλεις που παραδίδονταν χωρίς μάχη, ενώ σε αντίθετη περίπτωση η καταστροφή και η σφαγή ήταν ολοκληρωτική. Η τακτική αυτή είχε εφαρμοστεί με επιτυχία ήδη από τον προηγούμενο αιώνα στα Βαλκάνια και τη Μικρά Ασία, και είχε σκοπό να διευκολύνει την κατάληψη κάστρων και να αποθαρρύνει την οποιαδήποτε αντίσταση.

Τελικά, μετά από σύντομο σχετικά αγώνα, οι υπερασπιστές της Ταρσού παραδόθηκαν με τον όρο να επιζήσουν. Ο Σουλτάνος όμως δεν τήρησε την συμφωνία, ίσως γιατί η πολιορκία είχε κρατήσει αρκετά ή γιατί η πόλη δεν παραδόθηκε εξ αρχής αλλά προέβαλε αντίσταση.

Οι Οθωμανοί εισήλθαν στην πόλη προκαλώντας μεγάλη σφαγή. Η πόλη και το κάστρο καταστράφηκαν ολοσχερώς. Οι υπερασπιστές του κάστρου δεν σφαγιάστηκαν, αλλά οι Οθωμανοί τους συγκέντρωσαν όλους έξω από το κάστρο και έσπασαν τους αστραγάλους τους με σφυριά, θανατώνοντας έτσι τους περισσότερους. Σε ανάμνηση αυτής της βαρβαρότητας, οι Τούρκοι αποκαλούσαν το βράχο ως «Τοκμάκ Χισάρ» (Τοκμάκ = σφυρί), ονομασία η οποία τα νεότερα χρόνια ελληνοποιήθηκε σε «Κάστρο των Σφυρών». Κατά άλλη μνήμη,όταν οι Οθωμανοί άλωσαν το οχυρό, ο άρχων Δόξας κατέλαβε άλλη οχυρή θέση, δίχως όμως να τα καταφέρει. Διέφυγε στα Καλάβρυτα, όπου οι Οθωμανοί τον έγδαραν και με διαταγή του σουλτάνου έσπασαν τους ταρσούς των χεριών των συντρόφων του.

Όσοι από τους κατοίκους τελικώς απέμειναν ζωντανοί, διασκορπίσθηκαν πρός διάφορες κατευθύνσεις. Χωριά όπως η Γκούρα, τα Ταρσινά, το Σουληνάρι φαίνεται να ιδρύθηκαν από Ταρσινούς. Λίγοι ήταν αυτοί που παρέμειναν και ίδρυσαν τα χωριά Άνω και Κάτω Ταρσό πάνω ή κοντά στα ερείπια της μεσαιωνικής πόλης. Μετά την παράδοση της Ταρσού, ο σουλτάνος αναχώρησε για την περιοχή του Φλιούντα, αφού όμως πρώτα τοποθέτησε δικούς του αξιωματούχους – άρχοντες και πήρε μαζί του 300 εφήβους για την στελέχωση των γενιτσαρικών ταγμάτων.

Το φρούριο Ταρσός συνέχισε να μνημονεύεται στους καταλόγους των φρουρίων των ετών 1450 (Torsos), 1467 (Tarses), 1469 (Tarso) και πιθανόν στον κατάλογο του έτους 1471 (Farsas). Το φρούριο κατόπτευε την κοιλάδα του ποταμού Όλβιου που συνέδεε την Ευρωστίνη με τον Φενεό στην Κορινθία, ενώ  είναι ορατά η Βίγλα (περίπου 1 χλμ ανατολικά του χωριού Στενού), η Κορυφή Ντούσια της Κυλλήνης (2040μ), η θέση Παλαιόκαστρο (1000μ) στο 1 χλμ ΒΑ της Φενεού (Σιβίστα), από όπου φαίνεται το φρούριο του Πανοράματος (Φονιά) και από εκεί το φρούριο Φαρμακά.

Σήμερα, το τοπωνύμιο της μεσαιωνικής πόλεως της Ταρσού διασώζεται στα δύο παρακείμενα προαναφερόμενα ομώνυμα χωριά του άνω και κάτω Ταρσού.

Η Επισκοπή Ταρσού / Σαρσοκορώνη (Ταρσοκορώνη)

Ο Ταρσός πρέπει να άκμασε τουλάχιστον από το τέλος του Η΄ αιώνα και ύστερα. Κατά τις τελευταίες σλαβικές επιδρομές αποτέλεσε το καταφύγιο του Ελληνισμού της ευρύτερης περιοχής. Αργότερα, όταν επανήλθε η ομαλότητα και η ηρεμία, φαίνεται πώς το οχυρό αυτό φρούριο έχασε τη σημασία του. Την απέκτησε όμως εκ νέου κατά τον ΙΕ΄ αιώνα λόγω των μεγάλων τουρκικών επιδρομών.

Με το όνομα «Ταρσός», εκτός από το φρούριο – οχυρό,  είναι γνωστή και Επισκοπή Ζεμενού και Ταρσού. Σε εκκλησιαστικό έγγραφο, όταν αυτοκράτορας του Βυζαντίου ήταν ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός (1081 – 1118 μ.Χ), μνημονεύεται η ίδρυση επισκοπής Ταρσού και Ζήμαινας, η οποία αναφέρεται και ως επισκοπή Ταρσοκορώνης. Η ύπαρξη πάντως της επισκοπής με την επωνυμία «Σαρσοκορώνης» υποδηλώνει ότι η ιστορία του κορινθιακού Ταρσού είναι πολύ παλαιότερη.

Είναι πολύ πιθανό να υπήρχε επισκοπή Ταρσού (Σαρσοκορώνη) και στις αρχές του Θ΄ αιώνα. Η επισκοπή όμως ανήκε στη Μητρόπολη Πατρών, χωρίς να γνωρίζουμε με ακρίβεια μέχρι πότε αυτή διατηρήθηκε. Πληροφορούμαστε ότι ο βυζαντινός αυτοκράτορας Νικηφόρος Α΄ (802 – 811 μ.Χ) με χρυσόβουλλό του παραχώρησε στη νεοσύστατη τότε μητρόπολη της Πάτρας τις επισκοπές Μεθώνης, Λακεδαίμονος και Σαρσοκορώνης. Οι επισκοπές Μεθώνη και Λακεδαίμων είναι γνωστές, ενώ η Σαρσοκορώνη δεν εμφανίζεται με αυτό τον σύνθετο τύπο σε μεταγενέστερες πηγές. Μοναδική ίσως εξαίρεση αποτελεί ένα έγγραφο του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Κυρίλου Α΄ το έτος 1622 όπου αναφέρει: «αι επισκοπαί Κορώνης και Σαρσοκορώνης ώσιν ηνωμέναι τη μητροπόλει Παλαιών Πατρών, κατά τα παραδεδομένα χρυσόβουλλα των μακαρίων βασιλέων κ.λ.π.».

Σύμφωνα με το πατριαρχικό έγγραφο του Κυρίλλου Α΄ μπορεί η Κορώνη να τοποθετηθεί γεωγραφικά με βεβαιότητα σε κορινθιακό έδαφος, διότι δεν είναι λογικό να μνημονεύεται δύο φορές η επισκοπή της Κορώνης Μεσσηνίας. Εκείνο που μένει είναι να αναζητηθεί το τοπωνύμιο «Κορώνη» επί κορινθιακού εδάφους. Δεν μπορούμε όμως να ορίσουμε την ακριβή θέση της κορινθιακής Κορώνης, ώστε να αποδειχθεί εάν αυτή βρισκόταν στην περιοχή του Ταρσού.

Σε σουλτανικό φιρμάνι πάντως του έτους 1803, το οποίο αφορά την περιοχή της Κορινθίας, μνημονεύονται κοινότητες «Μετροκόρωνα». Πρόκειται δηλαδή για τις κοινότητες Μέτρο και Κορώνη, οι οποίες βρίσκονταν μεταξύ τους σε κοντινή απόσταση και αποκαλούνταν μαζί ως «Μετροκόρωνα». Σήμερα κοντά στο Ξυλόκαστρο υπάρχουν οι  μικροί οικισμοί Κορωναίϊκα και Κορωνιαταίικα. Επομένως είναι πολύ πιθανό η Κορώνη να βρισκόταν στην περιοχή της Ζήρειας, δηλαδή κοντά στο Ταρσό.

Από τον ΙΕ΄ αιώνα και ύστερα η επισκοπή αυτή είναι γνωστή ως επισκοπή Ζεμενού και Ταρσού, και υπαγόταν στη Μητρόπολη Κορίνθου. Δεν είναι πάντως βέβαιο εάν στη Μητρόπολη Κορίνθου υπαγόταν ποτέ επισκοπή με το όνομα μόνο του Ταρσού, διότι στις διαθέσιμες πηγές μνημονεύεται πάντοτε με το σύνθετο όνομα Ταρσού και Ζεμενών, ενώ δεν υπάρχει καμία πηγή που να αναφέρει μόνο το όνομα του Ταρσού ως επισκοπή.

Κατά την Ύστερη Βυζαντινή περίοδο (1204 – 1453 μ.Χ) ο Ταρσός ήταν ένα ακμαίο κέντρο και διέθετε ένα ισχυρό φρούριο. Δεν μπορεί όμως να ειπωθεί κάτι αντίστοιχο και για τη Ζεμενό. Η απουσία του ονόματος «Ζεμενός» ως οικισμού ή ως φρουρίου από τις πηγές του ΙΔ΄ και ΙΕ΄ αιώνα δείχνει ότι η άλλοτε βυζαντινή πόλη βρισκόταν σε παρακμή. Στα χρόνια των τουρκικών επιδρομών φαίνεται ότι η έδρα της επισκοπής μετατοπίστηκε στο ασφαλές φρούριο του Ταρσού, η περιοχή του οποίου αποτελούσε τμήμα της δικαιοδοσίας της επισκοπής Ζεμενού.

Η Παναγία του Βράχου στον Κάτω Ταρσό

Το έρημο μοναστήρι της Παναγίας του Βράχου έχει κτισθεί στη σκιά ενός τεράστιου βράχου και αποτελεί ένα σημαντικό αξιοθέατο. Ο ναός του μοναστηριού είναι κτισμένος μέσα σε ένα μεγάλο σπήλαιο του βράχου και είναι πάντα ανοικτός στους απανταχού επισκέπτες και προσκυνητές. Το εκκλησάκι αυτό είναι αφιερωμένο στην Παναγία Ζωοδόχο Πηγή ή την Παναγία την Φανερωμένη.

Σύμφωνα πάντοτε με την παράδοση, το εκκλησάκι της Παναγίας στο βράχο του Ταρσού ιδρύθηκε ως εκπλήρωση τάματος από κάποια ταρσινή γυναίκα, η οποία σώθηκε με θαυματουργό τρόπο κατά την άλωση του βυζαντινού Ταρσού από τον Οθωμανό σουλτάνο Μεχμέτ τον Β΄ το έτος 1458.

Όπως προαναφέρθηκε, ο Μεχμέτ ο Β΄ πολιόρκησε το κάστρο του Ταρσού και ανάγκασε τους πολιορκημένους να παραδοθούν. Από αυτούς που παραδόθηκαν, πολλούς τους φόνευσε, άλλοι συνελήφθηκαν αιχμάλωτοι και κάποιοι κατόρθωσαν να σωθούν. Από τις γυναίκες άλλες τις πήραν σκλάβες και άλλες τις γκρέμισαν στο βράχο του Ταρσού. Σύμφωνα με άλλη άποψη, μερικές γυναίκες του Ταρσού πήδηξαν μόνες τους από τον βράχο για να μη γίνουν σκλάβες των Τούρκων, εκεί που βρίσκεται σήμερα το εκκλησάκι της Παναγίας.

Μια νεαρή μητέρα με το μωρό στην αγκαλιά της ικέτευε να λυπηθούν το παιδί της. Οι Τούρκοι όμως δεν συγκινήθηκαν και την έριξαν από τον βράχο μαζί με το παιδί. Εκείνη όμως επικαλέστηκε την Παναγία φωνάζοντας «Παναγία μου, σώσε μας» και τότε η γυναίκα βρέθηκε στη μέση του κάθετου βράχου στα 100 μέτρα σώα και αβλαβής. Από ευγνωμοσύνη για τη σωτηρία της η γυναίκα αυτή διαμόρφωσε τη σχισμή του βράχου σε ναό, τοποθετώντας κάποιες εικόνες. Σήμερα ο ναός αυτός κοσμείται από αξιόλογες εικόνες, όπως της Παναγίας, του Χριστού, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, οι οποίες χρονολογούνται στα 150 έτη και είναι έργα του αγιογράφου Ασημάκη Σκαλτζά.Υπάρχει και η φορητή εικόνα της Παναγίας της βρεφοκρατούσης, χρονολογημένης άνω των 200 ετών.

Για να φθάσουμε στο ναό ανεβαίνουμε σκάλα και έπειτα εισερχόμαστε στο μικρό θολοσκεπή χώρο που βρίσκεται κτισμένος, στον οποίο ένα χαμηλό τοξωτό άνοιγμα επιτρέπει την είσοδο σε έναν πλάγιο μεγαλύτερο χώρο. Διαμέσου παρόμοιου ανοίγματος εισερχόμαστε στο χώρο της εκκλησίας που είναι μικρός και θολοσκεπής, με άνοιγμα στο θόλο για φωτισμό και ένα μικρό παράθυρο πρός τον προαναφερθέντα πλάγιο χώρο. Ο ναός έχει ξύλινο τέμπλο. Ένα άλλο χαμηλότερο άνοιγμα μας φέρνει στην άκρη του σπηλαίου,όπου μόναζαν ή ασκήτευαν εκεί καλόγεροι – ασκητές. Υπάρχει και οστεοθήκη, ενώ μια κινητή σκάλα χρησιμεύει για την άνοδο στο ψηλότερο μέρος του σπηλαίου. Από την άλλη, τα δάπεδα των δύο χώρων και της Εκκλησίας ανέρχονται κλιμακωτά, ενώ οι θόλοι και η υπόλοιπη τοιχοποιϊα χρειάζονται αρμολόγημα.

Μετά  την Παναγία του βράχου λίγα μέτρα πιό πέρα είναι χτισμένη η Ιερά Μονή της Αγίας Τριάδας, όπου κατά την Τουρκοκρατία λειτουργούσε κρυφό σχολείο, και σήμερα είναι ερειπωμένη. Στη συνέχεια ακολουθεί το εκκλησάκι των Αγίων Ταξιαρχών στο Παλαιοχώρι, το οποίο κάποτε ήταν ο επισκοπικός ναός της επισκοπής Ταρσού και Ζεμενού και σήμερα έχει εγκαταλειφθεί. Συνολικά, στην περιοχή του Ταρσού υπάρχουν δεκαπέντε εκκλησίες, από τις οποίες διατηρούνται οι οκτώ.

Βιβλιογραφικές Πηγές

  • Alberghetti G. Notizia delle quarto provincie divise in ventiquatro territorii con li nomi topografici delle ville, Βενετία, 1704.
  • Αλεξοπούλου, Η ιστορία των μεσαιωνικών πόλεων της Πελοποννήσου, Αθήνα, 1951, σσ 161 – 165.
  • Απογραφή Grimani [1700], Βενετία, Archivio di stato Archivio Grimani dai Servi B. 54, αριθ. 158 (ο κώδικας αυτός περιέχει τα στοιχεία της απογραφής που πραγματοποίησαν οι Βενετοί σε ολόκληρη την Πελοπόννησο το 1700).
  • Βασιλικό Διάταγμα 27ης Δεκεμβρίου 1833.
  • Βon, Moree, σελ. 693 & 694.
  • Γριτσόπουλος Αθ. Τάσος, Η Εκκλησία της Πελοποννήσου μετά την Άλωση, Αθήνα, 1992.
  • Γριτσόπουλος Τάσος, Εκκλησιαστική ιστορία και χριστιανικά μνημεία της Κορινθίας, Αθήνα, 1973, τ. Α΄.
  • Carile, Lista, σελ. 389 και 396.
  • Fenster, Venez. Listen, σελ. 329 και 331.
  • Hopf, Chroniques Gr. – Rom, σελ. 205.
  • Διαδικτυακός ιστότοπος el. Wikipedia.org (λήμμα Ταρσός Κορινθίας).
  • Διαδικτυακός ιστότοπος hikingexperience.blogspot.gr
  • Διαδικτυακός ιστότοπος www.kastra.eu/castlegr.php?kastro=Tarsos
  • Διαδικτυακός ιστότοπος 520greeks.com
  • Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, Ιστορικό Αρχείο, Ενετικό Αρχείο της οικογένειας Andrea Nanneti (B΄ Ενετοκρατία 1686 – 1715), Τμήμα χειρογράφων και ομοιοτύπων (περιλαμβάνονται 44 Νάνιοι τόμοι), τόμοι 11 & 13.
  • Εθνική Στατιστική Αρχή, Απογραφές Πληθυσμού των ετών 1879, 1889, 1896, 1907, 1928, 1940, 1951, 1961, 1971, 1981, 1991, 2001, 2011.
  • Κορδώσης Σ. Μιχαήλ, Συμβολή στην ιστορία και τοπογραφία της περιοχής Κορίνθου στους μέσους χρόνους, διδακτορική διατριβή, βιβλιοπωλείο Δ. Καραβία.
  • Κουσουλός Κωνσταντίνος, Διοικητική διάρθρωσις της Κορινθίας από το έτος 1833 – 1964, Αρχείον Κορινθιακών Μελετών, Αθήνα, 1971.
  • Μηλιαράκης Αντώνιος – Γεωγραφία πολιτική, νέα και αρχαία του νομού Αργολίδος και Κορινθίας μετά γεωγραφικού πίνακος του νομού, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1886.
  • Μπουβής Νικ. Άγγελος, Φενεός: Οδοιπορικό, Αθήνα, 1977.
  • Μπουγιούκος Π., Η Φενεός ανά τους αιώνες, Αθήνα, εκδ. Παρισιάνος, 1973 – 1976.
  • Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν «ΗΛΙΟΥ», τόμος 17, σελ. 591.
  • Νουχάκης Εμμ. Ιωάννης, Ελληνική Χωρογραφία, Γεωγραφία, Ιστορία, Στατιστική Πληθυσμού και αποστάσεων, 1901.
  • Παναγιωτόπουλος Βασίλης, Πληθυσμός και Οικισμοί της Πελοποννήσου 13ος – 18ος αιώνας, Ιστορικό Αρχείο Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα, 1985.
  • Πέππας Ιωάννης, Μεσαιωνικές σελίδες της Κορινθίας και Μορέως, Αθήνα, 1990, σσ. 187– 189.
  • Σταματελλάτος Μιχαήλ & Σταματελλάτου Φωτεινή – Βάμβα, Γεωγραφικό Λεξικό της Ελλάδας, τόμοι Γ΄, εκδ. εφημ. Τα Νέα.
  • Σταματάκης Ι. Δ. – Πίναξ χωρογραφικός της Ελλάδος περιέχων τα ονόματα, τας αποστάσεις και τον πληθυσμό των Δήμων, Πόλεων, Κωμοπόλεων και Χωρίων, ερανισθείς εκ διαφόρων επίσημων εγγράφων της Β. Κυβερνήσεως, Αθήνα, 1846.
  • Φραντζής Γεώργιος, Χρονικό της Αλώσεως, εκδ. Σπανός, 1996.
  • Χαλκοκονδύλης Λαόνικος, Μνήμες Αλώσεως, εκδ. Κυριακίδη, 2010.
  • Χουλιαράκης Μιχαήλ, Γεωγραφική – διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος 1821 – 1971, Εθνικόν Κέντρον Κοινωνικών Ερευνών, Αθήναι 1974 – 1976.

 

Πληροφορίες

Πληθοποριστης

Περιεχόμενο

Σχόλια

Δεν υπάρχει κανένα σχόλιο ακόμη.

Δώστε πρώτος ένα σχόλιο “ΤΑΡΣΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ: Ιστορικά στοιχεία”
No more offers for this product!

General Enquiries

There are no enquiries yet.

Font Resize
Contrast